Τρίτη 10 Αυγούστου 2010

Όλα σήμερα


Γραμμένο την 10η Ιουλίου για την 10η Ιουλίου

Όλα σήμερα θέλουν να υπάρξουν
Λες
Και δεν υπήρχε χώρος για άλλη μέρα
Όλα σήμερα θέλουν να υπάρξουν
Και στο τέλος δεν χωράω εγώ
Με διώχνουν
Κάθομαι στη γωνιά παρατηρώντας το γεμάτο χώρο
Πιάνω χώρο χωρίς να τον γεμίζω.
Αγωνιώ γαμοσταυρίζω ελπίζω.
Κλέινω τα μάτια περιμένω
Περιμενω, περιμένω, περιμένω...
Στο τυχαίο πάνω την πέφτω και κουρνιάζω
Στου χαους την ακροθαλασσιά
Αποκοιμιέμαι..
Στο γαμημένο το τηλέφωνο
που περιμένω
Το τυχαίο το προσμένω
Δεν ανησυχώ
Την τύχη μου καγχάζω
Όλα σήμερα θέλουν να υπάρξουν
Τόσο απλό για να είναι δύσκολο
Κι όμως.....
Χαμογελώ ηρεμώ και περιμένω...!
Όλα σήμερα θέλουν να υπάρξουν

[moth-man].

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Δυο αγαπημένα ποιήματα, πολύ

Charles Baudelaire

Πρέπει να 'σαι πάντα μεθυσμένος. Εκεί είναι όλη η
ιστορία: είναι το μοναδικό πρόβλημα. Για να νιώθετε
το φριχτό φορτίο του Χρόνου που σπάζει τους ώμους σας
και σας γέρνει στη γη, πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα.
Αλλά με τι; Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας
αρέσει. Αλλά μεθύστε.
Και αν μερικές φορές, στα σκαλιά ενός παλατιού, στο
πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη σκυθρωπή
μοναξιά της κάμαράς σας, ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα
ελαττωμένο ή χαμένο, ρωτήστε τον αέρα, το κύμα, το
άστρο, το πουλί, το ρολόι, το κάθε τι που φεύγει, το
κάθε τι που βογκά, το κάθε τι που κυλά, το κάθε τι
που τραγουδά, ρωτήστε τι ώρα είναι, και ο αέρας, το
κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν :
"Είναι η ώρα να μεθύσετε!
Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρίς διακοπή!
Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως
σας αρέσει"

-Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, Τάσος Λειβαδίτης

Πιστεύω σε κείνον που χτίζει, κι αγεροκρέμεται μες στον ουρανό,
σαν Θεός, και κατευνάζει το χάος,
πιστεύω σε κείνον που θερίζει, και το δρεπάνι του κυματίζει ολόφωτο
σαν τα λαγόνια της αγαπημένης μου,
πιστεύω σε κείνον που αγαπάει, όπως πιστεύω και σε κείνον που μισεί,
πιστεύω σε κείνον που αμαρτάνει και ζητάει με δάκρυα να τον συγχωρέσουν
πιστεύω και σε κείνον που αμαρτάνει συγχωρνάει μοναχος τον εαυτό του
και προχωράει,
πιστεύω στη μέρα που σου δίνει τα πράγματα μες στο φως
πιστεύω και στη νύχτα που ξαναδίνει τα πράγματα μες στην καρδιά σου,
πιστεύω στο αλάτι και στο κάρβουνο, στις μέλισσες και τα παιδιά
πιστεύω στις πολιτείες, που η βουή τους, σαν τους ραψωδούς,
έξω απ' το παράθυρό σου, τραγουδάει την οδύσσεια της καθημερινότητας,
πιστεύω και στη σιωπή, τα βράδια, στους κάμπους,
όταν ακούς ν' αναστενάζουν από γήινη ευτυχία τα καρπούζια,
πιστεύω στους αντρείους, όπως πιστεύω και στους δειλούς,
και τρέχω μ' εκείνον που χυμάει στην έφοδο και πέφτει μες στις σφαίρες και το θρίαμβο,
και πέφτω κι εγώ μαζί του,
και φεύγω με κείνον που λιποτακτεί και κλαίει, και που είναι απ' όλους
περιφρονημένος - μα ζωντανός.
Και κλαίω κι εγώ μαζί του.
Η αφθονία της πίστης μου είναι ένας άλλος, έκτος, δίχως όνομα, ωκεανός,
που ταξιδεύω πάνω του
χωρίς χάρτες και τιμόνια, με μόνο την καρδιά για οδηγό,
γιατί η αγάπη πούχω μέσα μου μπορεί κι ένα ακυβέρνητο καράβι
να τ' οδηγήσει στο δρόμο το σωστό,
πιστεύω στα κατώφλια, στα γυμνά ποδάρια, στους σιδερένιους γερανούς και τα πορτοκάλια,
πιστεύω και στον ανθρωπάκο, στη γωνιά του δρόμου, που βγάζει το καπέλο του
και χαιρετάει ταπεινά, την ώρα που οι άλλοι τον σκουντάν και τον χλευάζουν.
Και δοξάζομαι κι εγώ μαζί του.
Πιστεύω στους μεγάλους εφευρέτες, τους ήρωες, τους ποιητές,
που αλλάζουνε, με μια χειρονομία, τη γεωγραφία και τα πεπρωμένα
πιστεύω και στα ταπεινά βόδια που σηκώνουνε στη ράχη τους,
σα δόξα, το αιώνια ανάλλαχτο κι ολοπόρφυρο δειλινό,
πιστεύω σε σας που κρατάτε ψηλά τις σημαίες και προχωράτε μες στον ενάντιο άνεμο,
πιστεύω και σε σένα που σηκώνεις σα σημαία την καρδιά σου,
και προχωράς μες στο ενάντιο πλήθος.
Πιστεύω στο άπειρο, μπορώ να κάθομαι ώρες και να διαβάζω τον ουρανό,
τα χείλη μου είναι βαρειά απ' την κερήθρα των άστρων
και συχνά έστειλα την ψυχή μου να παραθερίσει στο άγνωστο,
πιστεύω και στη γλυκειά ετούτη γη, γεμάτη μαχαιρώματα
και ζεστούς γυναικείους κόρφους,
πιστεύω στο χώμα, αυτό το χώμα που πατάω και που με καρτερεί
κει κάτω, μες στη σκοτεινιά, όπου σαλεύουν οι ρίζες,
κοιμούνται οι νεκροί, και τραγουδάνε κιόλας μεθυσμένα τ' αυριανά κρασιά,
πιστεύω και σε κείνα που δεν πιστεύω,

Αμήν.

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Στεφάν Μαλαρμέ Ποιείν Ποίηση


Ο Μαλλαρμέ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1842 από μικροαστούς υπαλλήλους με καταγωγή από τη Βόρεια Γαλλία. Ορφάνεψε από τη μητέρα του σε ηλικία πέντε χρονών και πέρασε αρκετά χρόνια της σχολικής του εκπαίδευσης οικότροφος. Άσκησε το επάγγελμα του καθηγητή αγγλικών στη γαλλική επαρχία, ταξίδεψε στην Αγγλία, παντρεύτηκε μια γερμανίδα γκουβερνάντα, έκαμε παιδιά, οριστική εγκατάσταση στο Παρίσι το 1871 - η ζωή του, ως περιστατικά, πέρασε μέσα σε επαγγελματικές φροντίδες που εξουθενώνουν, σχετική στέρηση, κόπους και εξάντληση της υγιείας του σώματος, μέχρι τον ξαφνικό θάνατό του στα 1898. Η αληθινή ζωή για τον Μαλλαρμέ, στην οποία και αφιέρωσε όλο του τον εαυτό του, βρίσκεται αλλού, στην περιπέτεια του πνεύματος και της τελείωσης της γραφής, στην ποίηση που τη θεωρεί τη μόνη άξια απασχόληση για τον άνθρωπο. Άρχισε να γράφει από μικρός, όπως εξομολογείται ο ίδιος στον Βερλαίν, και στην ποιητική του τέχνη τον σημάδεψαν ο Μπωντλαίρ, που του ενέπνευσε και κάποια ποιήματα, και ο Πόε, τον οποίο και μετέφρασε (Το Κοράκι, Ποιήματα). Στον κύκλο των φίλων του, με τους οποίους βρίσκεται σε γόνιμη καλλιτεχνική και πνευματική συνομιλία -από το 1884, στο σπίτι αυτού που πλέον θεωρείται ο μαιτρ του συμβολισμού, μαζεύονται φίλοι και μαθητές να συζητήσουν για την ποίηση και τη μουσική-, βρίσκουμε τους Βιλλιέ ντε Λιλ-Αντάμ, Μανέ, Ντεμπυσσύ, Ρεμπώ, Βερλαίν.


ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΑΥΡΑ

Η σάρκα εθλίβη , άλλοι ! και διάβασα όλα τα βιβλία .
Να φύγω ! εκεί να φύγω ! νιώθω με πόση γοητεία
Μεθούν τα πουλιά ανάμεσα σε αφρούς και σε ουρανό !
Τίποτα , ούτε αρχαίοι κήποι σε ματιών κατοπτρισμό ,
Δεν σταματά την καρδιά αυτή που η θάλασσα διαβρέχει ,
Νύκτες ! ούτε το έρημο φως της λάμπας μου που αντέχει
Πάνω στο χαρτί τ’ άδειο , λευκότητα αμυντική
Κι ούτε η νεαρή γυναίκα η θηλάζουσα το παιδί .
Θα φύγω ! πλοίο , έχοντας την εξάρτιση λικνίσει ,
Την άγκυρα σου σήκωσε για ξωτική μια φύση !
Μια ανία , συντριμμένη απ’ των ελπίδων τον δαρμό ,
Στων μαντηλιών πιστεύει τον στερνό χαιρετισμό
Ακόμα ! κ’ ίσως οι ιστοί που καλούν τις τρικυμίες
Είναι απ’ αυτούς που ο άνεμος γέρνει σε ναυάγιων λείες ,
Χωρίς ιστούς , χωρίς ιστούς ούτε εύφορα νησιά …
Μα , το άσμα των ναυτών άκου , ω φευγάτη μου καρδιά !

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Le charme discret de la bourgeoisie

Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας
ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ Le charme discret de la bourgeoisie. Γαλλία, 1972. Σκηνοθεσία: Λουίς Μπουνιουέλ. Σενάριο: Λουίς Μπουνιουέλ, Ζαν-Κλοντ Καριέρ. Ηθοποιοί: Φερνάντο Ρέι, Πολ Φρανκέρ, Ντελφίν Σερίγκ, Μπουλ Οζιέ, Στεφάν Οντράν, Ζαν-Πιερ Κασέλ, Μισέλ Πικολί. 102'

*****
Η αστική τάξη, η εκκλησία, ο στρατός, η τρομοκρατία βρίσκονται στο στόχαστρο του Μπουνιουέλ σ' αυτή τη μαύρη, ανατρεπτική, σουρεαλιστική κωμωδία, σε επανέκδοση.
Η αστική τάξη ήταν πάντα στο στόχαστρο του μεγάλου σουρεαλιστή σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ. Από την εποχή της «Χρυσής εποχής» μέχρι τις κατοπινές ταινίες του, «Βιριδιάνα», «Τριστάνα», «Ο εξολοθρευτής άγγελος», «Το φάντασμα της ελευθερίας», για ν' αναφέρω μερικές από τις πιο σημαντικές του, ο μεγάλος αυτός δημιουργός δεν έπαψε, με εικόνες συχνά σοκ, με σαρκαστικό, απελευθερωτικό χιούμορ και με ιστορίες που ανατρέπουν με τρόπο απολαυστικό και πρωτότυπο κάθε ιδέα ρεαλισμού, να μας δίνει αξέχαστα αριστουργήματα, ταινίες-σταθμούς στην ιστορία του κινηματογράφου.

Στην «Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» (Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, 1972) ο Μπουνιουέλ μάς παρουσιάζει μιαν άλλη πλευρά του κόσμου που κατέγραφε στον «Εξολοθρευτή άγγελο». Εκεί μια ομάδα ανθρώπων της μεγαλοαστικής τάξης έφταναν για ένα δείπνο, για να βρεθούν έγκλειστοι και να οδηγηθούν σε ακρότητες και πλήρη κατάρρευση του οικοδομήματος της οργανωμένης κοινωνίας τους. Στην «Κρυφή γοητεία» οι μεγαλοαστοί του παρευρίσκονται σ' ένα δείπνο, που δεν μπορούν να ολοκληρώσουν, εξαιτίας διάφορων καταστροφικών επεισοδίων που τους διακόπτουν: άφιξη σε λάθος ημερομηνία, ο ξαφνικός θάνατος του εστιάτορα που τους φιλοξενεί, επίθεση από τρομοκράτες τριτοκοσμικής χώρας της Λατινικής Αμερικής, επεμβάσεις του στρατού και της αστυνομίας, ακόμη και τα όνειρα και οι εφιάλτες των συνδαιτυμόνων.

Οπως και στον «Εξολοθρευτή άγγελο», η ιστορία στον Μπουνιουέλ δεν έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία. Αντίθετα, εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι τα διάφορα, διανθισμένα με το γνωστό μπουνιουελικό χιούμορ, επεισόδια, που τις πιο πολλές φορές ακολουθούν μια σουρεαλιστική λογική: όπως εκείνες με τον πρέσβη που είναι ντίλερ κοκαΐνης ή τον επίσκοπο που πιάνει δουλειά ως κηπουρός ή ακόμη τη σκηνή με τους συνδαιτυμόνες που κάθονται στο τραπέζι για να δειπνήσουν, για ν' ανακαλύψουν ξαφνικά πως βρίσκονται πάνω σε σκηνή θεάτρου.

Οι σκηνές μπορεί να μοιάζουν αυθαίρετες, πίσω τους όμως κρύβεται μια λογική, η λογική της ανατροπής, του ξεσκεπάσματος της κοινωνικής καταπίεσης, του παραλογισμού μιας χωρίς καμιά κρυφή γοητεία κοινωνίας, καθώς και της εκμετάλλευσης του ατόμου από κυνικούς πολιτικούς, αδηφάγους καπιταλιστές και μια βουτηγμένη στην υποκρισία εκκλησία. Με άλλα λόγια, μια ανεπανάληπτη, σουρεαλιστική, μαύρη κωμωδία, σε επανέκδοση.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Ο τοίχος εν μια νυχτί υψώθη την άλλη εγκρεμίσθη


Λαθραίως εισερχόμενος στον κόσμο τούτο
Από ηδονή
Γεμάτος
ηδυπάθεια και ίμερο
Δεν πρόσεξα τον τυχαίο αντικατροπτισμό
Πάνω στης θάλασσας την απλωσιά
Του πλήθους το μήκος το μακρύ
Που σέρνονταν καθώς διέβαινε
παραθαλασσίως.
Οι κραδασμοί των ποδοβολητών τους
Διατάρασσαν την ηρεμία μου
Νιώθωντας εκμηδενισμένος και ταραγμένος
Στων μουτσουνών το συμφερτό.
Καθώς αυτά περίπου αισθανόμουν
Μου ήρθε στο μυαλό ποίημα του Καβάφη
‘Ανεπαισθήτως με’εκλεισαν από τον κόσμο έξω’.
Όμως εγώ δεν έδωσα καμία σημασία
Συνέχισα κι ας άκουγα τους κρότους των χτιστών
Τους μόχθους των ανθρώπων που κουβαλάγαν
Τούβλα πέτρες ξύλα και μπετόν
Με τούτα προίκα στο μυαλό πορεύτηκα
Έτη περίπου 28
Κάπου κάπου κρυφάκουγα στους τοίχους για να δω
Άλλοτε πάλι εξέταζα με περίσσειο ενδιαφέρον
Το υλικό
Τις περισσότερες φορές δεν μ’ενοιαζε
Του κεφαλιού μου έκανα
Κι ας έλεγαν οι άλλοι ότι ήτανε στενό.

[moth-man]

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

Ένα τραγούδι για την Αθήνα τον Αύγουστο.

I like my town with a little drop of poison
Nobody knows they're lining up to go insane
I'm all alone, I smoke my friends down to the filter
But I feel much cleaner after it rains

She left in the fall, that's her picture on the wall
She always had that little drop of poison
She left in the fall, that's her picture on the wall
She always had that little drop of poison

Did the devil make the world while god was sleeping
Someone said you'll never get a wish from a bone
Another wrong good-bye and a hundred sailors
That deep blue sky is my home

She left in the fall, that's her picture on the wall
She always had that little drop of poison
She left in the fall, that's her picture on the wall
She always had that little drop of poison

A rat always knows when he's in with weasels
Here you lose a little every day
I remember when a million was a million
They all have ways to make you pay
They all have ways to make you pay

Ένα βιβλίο τον μήνα για την Μίνα


ΤΟΜΑΣ ΚΟΥΙΝΣΙ ΝΤΕ εξομολογήσεις ενος Άγγλου Οπιοφάγου

Ο Τόμας Ντε Κουίνσυ (1785-1859) είναι ένας από τους σπουδαίους άγγλους συγγραφείς του 19ου αι., ένας " βικτωριανός Μπόρχες " όπως έχει χαρακτηριστεί. Έγραψε ιδιότυπα φιλολογικά και ιστορικά δοκίμια (με γνωστότερα τα πορτρέτα του των άγγλων ποιητών, όπως ο Γουέρντσγουερθ και ο Κόλεριτζ, και τους προβληματισμούς του για την Ιστορία), απέκτησε όμως τη φήμη του με το βιβλίο Περί της δολοφονίας ως μιας των καλών τεχνών (1827). Οι αφηγηματικές ικανότητές του τού εξασφάλισαν τεράστια επιτυχία με την Έκδοση των Εξομολογήσεων ενός Αγγλου οπιοφάγου (1822). Ο Μπωντλαίρ, ο Μαλλαρμέ, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Χ. Λ. Μπόρχες, ο Γουίλλιαμ Μπάροουζ και ο Ανδρέας Εμπειρίκος αγάπησαν και επηρεάστηκαν από το έργο του.

[moth-man]