Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Μπουκόβσκι ΙΙ


πράσινο

έχω μεθύσει μπροστά σε σπασμένους καθρέπτες μπάνιου
στις Νότιες πολιτείες του πουθενά
κρατώντας ένα κοφτερό μαχαίρι δίπλα στην φλέβα του λαιμού
και μ’ένα χαμόγελο στο στόμα.
ήταν τότε που έμαθα ότι η θεατρική σκηνή
είναι ένα σπουδαίο υποκατάστατο της
πραγματικότητας
η μόνη διαφορά ανάμεσα στο να κάνεις και
στο να υποκρίνεσαι ότι κάνεις
είναι αυτή η λεπτή γραμμή
της επιλογής μια επιλογή
ανάμεσα στο τίποτα και
το τίποτα.

να ξυπνάς το πρωί, για να
βρεις μια
δουλειά
όπου οι εργάτες έχουν αποδεχθεί τα πάντα
εκτός από το όνειρο της
απόδρασης.
υπήρξαν τόσο πολλά μέρη
σαν αυτό.
ήταν μια δουλεία στη Louisiana
όπου έφευγα κάθε βράδυ
κουρασμένος και άκεφος
για μια ακόμη νύχτα
να γεμίζω ποτήρια και
να κοιτάζω έξω απ’
το παράθυρο και
να σκέπτομαι μια κοπέλα
στη δουλειά
ντυμένη με μια πράσινη φόρμα που δεν της ταίριαζε
που έβριζε συνέχεια για
σχεδόν τα πάντα.
ήθελα μόνο να την πηδήξω
μια φορά και να
φύγω από την
πόλη.
το μόνο που τελικά έκανα ήταν να φύγω από την πόλη,
που σημαίνει ότι διάλεξα ανάμεσα στο
να μείνω στο πουθενά και να
πάω στο πουθενά,
και φαντάζομαι εάν είναι ακόμα ζωντανή
θα βρίζει ακόμη
για κάτι
αλλά δεν κρατάω πια το κοφτερό μαχαίρι
κοντά στη φλέβα του λαιμού-
το τέλος πλησιάζει
από μόνο του.

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Τσαρλς Μπουκόβσκι



Ο ποιητής με τις λέξεις του που πετούσαν σαν τρελαμένα πουλιά

Κι όμως εξακολουθούν να υπάρχουν κι άλλα πράγματα να γράψω μέχρι να με πετάξουν μες στο σκοτάδι… Αυτό είναι το καλό με τις λέξεις, συνεχίζουν να καλπάζουν, γυρεύουν πράγματα, σχηματίζουν προτάσεις, στήνουν χορό.
Μπουκόβσκι

Το πρόσωπό του ήταν ένα ζωντανό γλυπτό. Γεμάτο ουλές. Όπως και η ζωή του ήταν γεμάτη ουλές. Έπαιζε σαν μανιακός στον ιππόδρομο, αλλά αν πόνταρε κάπου τα πάντα ήταν στην αγάπη, στην κατανόηση, και στην ποίηση. Οι εξεγερμένοι νέοι της Αμερικής αλλά κυρίως της Ευρώπης τον αγάπησαν, τον αγκάλιασαν, τον αναγόρευσαν σε έναν από τους πιο θρυλικούς ήρωές τους. Ήταν ένας άδολος παρίας και έγραψε θαυμάσια ποιήματα και βραχνά πεζογραφήματα για τους άδολους παρίες. «Η αγάπη είναι ένας σκύλος απ’ την Κόλαση», έλεγε και αμέσως μετά κατέφευγε στην πρώτη πρόθυμη αγκαλιά. Του άρεσε να πίνει και να αλητεύει, αλλά του άρεσε εξίσου να συναρπάζεται από τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ, και στους ρυθμούς των μεγάλων κλασικών, του Ντοστογιέφσκι και του Ντ. Χ. Λόρενς, του Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ και του Λουί Φερντινάν Σελίν, άγρια τα βράδια να χορεύει. Τον είπαν μισάνθρωπο, αλλά η αλήθεια είναι ότι πάντα βρισκόταν με φίλους, ότι πάντα χάριζε ένα πλατύ χαμόγελο σε όσους το αποζητούσαν, απλώς ήξερε να εκφράζει με εκπληκτική διαύγεια τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, τους ανήλιαγους χώρους της ανθρώπινης ψυχής. Τον έλεγαν Χένρι Τσαρλς Μπουκόβσκι. Πριν από δεκατέσσερα χρόνια, στις 9 Μαρτίου του 1994, άφησε για πάντα την αγαπημένη του Πόλη των Αγγέλων, το Λος Άντζελες που το τραγούδησε όσο ο Ζακ Πρεβέρ το Παρίσι, και πήγε να σμίξει με τους αγγέλους τ’ ουρανού που τόσο τους είχε ανάγκη όταν πάλευε με τις κακουχίες και με τα πλήκτρα της παλιάς μαύρης βαριάς του γραφομηχανής, μιας πάντα κλασικής Ρέμινγκτον.
Στην Ελλάδα, η ποίησή του γοητεύει έμπειρους και επιδέξιους μεταφραστές, που συμβαίνει να είναι και οι ίδιοι ποιητές και συγγραφείς. Και μάλιστα, καλοί: Τεό Ρόμβος, Γιώργος Μπλάνας, Λουκάς Θεοδωρακόπουλος. Πίναμε τις λέξεις του, πίνοντας αλλεπάλληλες μπίρες στον αλήστου μνήμης «Μπερντέ», ένα φιλόξενο στέκι, μαγειρείο και ποτάδικο, τίγκα στον καπνό και στις ωραίες φάτσες, όλοι μια παρέα, οχτάωρα και δεκάωρα, συζητώντας παθιασμένα, γράφοντας, τρώγοντας, καβγαδίζοντας, αρχές δεκαετίας του ογδόντα, διακηρύσσοντας με αγέρωχο θράσος ότι είμαστε παιδιά του Μπάροουζ και του Γκίνσμπεργκ, του Κέρουακ και του Χέμινγουεϊ, του Χάμετ και του Τσάντλερ, του Μπρετόν και του Ντεμπόρ, του Μπακούνιν και του Μπουκόβσκι!
Τα χρόνια κύλησαν. Οι αγάπες παρέμειναν. Τώρα, πάλι φουντώνει ο ενθουσιασμός για τον μεγάλο ποιητή της ζωής, για τον άντρα αυτό που έμεινε πιστός στις προσηλώσεις του παλεύοντας γερά με τις λέξεις και τα μυστικά τους, «γυμνάζοντας τη σκέψη σε απογύμνωση», καθώς έλεγε ο Νίκος Καρούζος, τολμώντας να κάνει πετυχημένα μουσική πανδαισία την τραχύτητα, καθάριο λόγο την υπαρξιακή αγωνία, «οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου» (ω, Ανδρέα Εμπειρίκο!). Η Σώτη Τριανταφύλλου, ο Γιάννης Λειβαδάς και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, παρέλαβαν τη σκυτάλη και ανέλαβαν να μας δωρίσουν τις σελίδες του Μπουκόβσκι στα ελληνικά. Τον τελευταίο καιρό απολαμβάνουμε ένα Μπαράζ Μπουκόβσκι: κυκλοφόρησαν δύο ογκώδεις τόμοι, «Η Λάμψη της Αστραπής πίσω από το Βουνό» και «Να περιφέρεσαι στην τρέλα, αναζητώντας τη Λέξη, τον Στίχο, τη Ζωή» (από τη Σώτη Τριανταφύλλου και τις εκδόσεις Ηλέκτρα), ενώ αναμένεται ένας τρίτος σε μετάφραση του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου, μια ανθολογία με τίτλο «Ποιήματα» και τα ημερολόγιά του, ανάμεσα στα 1991 και 1993, με τον έξοχο τίτλο «Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα και το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών» (από τον Γιάννη Λειβαδά και τις εκδόσεις Ηριδανός), αλλά και μία εκτενέστατη συνέντευξή του στην Φερνάντα Πιβάνο, με τον επίσης έξοχο τίτλο «Το μόνο που με νοιάζει είναι να ξύνομαι στη μασχάλη» (μετάφραση Λένα Ταχμαζίδου, εκδόσεις Απόπειρα). Ωραίο λεκτικό πανηγύρι, και πολύπτυχη ευκαιρία γνωριμίας του Μπουκόβσκι με μια νέα ανήσυχη γενιά!
Ο ποιητής, γεννημένος στις 16 Αυγούστου του 1920, στο Άντερναχ, βορείως της Φρανκφούρτης, ήταν γιος του Χένρι Μπουκόβσκι, ενός Αμερικανού λοχία πολωνικής καταγωγής, και της Κατερίνας Φεττ, μιας Γερμανίδας ράπτριας. Μεγάλωσε μες στη δυστυχία, τη βία, την απόσταση ανάμεσα στις φιλοδοξίες του πατέρα του και στην σκληρή πραγματικότητα. Στα δεκατρία του, γέμισε με δοθιήνες που πυορροούσαν. Κυκλοφορούσε με επιδέσμους στο πρόσωπο, θύμιζε τέρας από ταινίες τρόμου. Κλείστηκε στον εαυτό του και αναζήτησε παρηγοριά στο διάβασμα. Καταβρόχθισε με πάθος τους ρώσους κλασικούς, τον Τζον ντος Πάσος, τον Σίνκλαιρ Λιούις και άλλους ανατόμους της ανθρώπινης ψυχής. Οι λέξεις, για τον μικρό Τσαρλς, δεν ήσαν ανιαρές, ήσαν ζώντες οργανισμοί που μπορούσαν να ζωντανέψουν το μυαλό του, που όταν τις διάβαζες σ’ έκαναν να νιώσεις τη μαγεία τους, σ’ έκαναν ανθεκτικό στην οδύνη, σου δώριζαν ελπίδα, σε δυνάμωναν ώστε τα πάντα να υπομένεις. Οι λέξεις έγιναν το βάλσαμο αλλά και το όπλο του. Οι λέξεις έγιναν η περιουσία του, η πατρίδα του, το κονάκι και το σύμπαν του. Με τις λέξεις κατάφερε να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες, να υπερβεί την ασχήμια, να δελεάσει δεκάδες γυναίκες, να ψάλλει ό,τι αγάπησε, να πλέξει συγκλονιστικά εγκώμια σε όσους ευγνωμονούσε.
Επιχείρησε να σπουδάσει αλλά τα παράτησε. Ήθελε μονάχα να νιώθει τον αγέρα της ελευθερίας. Κατέφευγε στη Δημοτική βιβλιοθήκη του Λος Άντζελες και αναζητούσε το νέκταρ των λέξεων. Μια μέρα, πήρε από το ράφι ακόμα ένα μυθιστόρημα. Ήταν το «Ρώτα τον Άνεμο» του Τζον Φάντε. Και άλλαξε άρδην η ζωή του. Τέτοια είναι η μαγεία και η δύναμη και η δόξα των λέξεων, όταν τις χειρίζονται οι μεγάλοι εραστές τους, οι ποιητές κι οι συγγραφείς.
Το μυθιστόρημα του Φάντε περιγράφει τη ζωή ενός επίδοξου συγγραφέα, του Αρτούρο Μπαντίνι, που πηγαίνει να ζήσει στο Μπούνκερ Χιλ του Λος Άντζελες αναζητώντας τον έρωτα και τον πλούτο των εμπειριών. Ο Μπουκόβσκι εγκατέλειψε πάλι τα πάντα, πήγε κι αυτός στο Μπούνκερ Χιλ, νοίκιασε μια κάμαρα, έκανε δουλειές του ποδαριού, έπινε στα καπηλειά της περιοχής, και άρχισε να γράφει. Και, συνάμα, να διαμορφώνει ένα εγώ που έμελλε να λάβει μυθικές διαστάσεις. Έκανε παρέα μονάχα με πόρνες, με μπάρμαν, με αλήτες και αποσυνάγωγους, με χαμένα κορμιά, με ξοφλημένους. Άκουγε τις ιστορίες τους, μοιραζόταν ό,τι είχε μαζί τους, τους απαθανάτισε με αγάπη στα μυθιστορήματα, στα διηγήματα, στα ποιήματά του. Στις αρχές της δεκαετίας του 1940, ο Μπουκόβσκι έγραφε για τα καλά, έδινε την ψυχή του όσο πιο αγνά και ανεξέλεγκτα μπορούσε, με τα δάχτυλά του να κοπανάνε τα πλήκτρα της Ρέμινγκτον και το ραδιόφωνο να παίζει πάντα κλασική μουσική. Και έμελλε, επί μία εικοσαετία και βάλε, να παραμείνει το πιο καλοκρυμμένο μυστικό της αμερικανικής λογοτεχνίας.
Την άνοιξη του 1955, ο Μπουκόβσκι αρρώστησε άσχημα, κλείστηκε στο νοσοκομείο, λίγο έλειψε να πεθάνει. Στα τριάντα τέσσερά του, ήταν ένας άνθρωπος άρρωστος, άνεργος, και μόνος. Και πάλι το γράψιμο ήταν η σωσίβια λέμβος.
Όταν επιμένεις, η ελπίδα γίνεται πράξη. Η Μπάρμπαρα Φράι, εκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού Harlequin, όχι μόνο δέχτηκε να δημοσιεύσει ποίηση του Μπουκόβσκι αλλά του έστειλε μιαν ενθουσιώδη επιστολή όπου του έλεγε ότι ήταν ποιητής μεγάλος όσο ο Ουίλλιαμ Μπλέικ. Ακολούθησε μια αλληλογραφία έμπλεη κατανόησης και αγάπης. Η Μπάρμπαρα εκμυστηρεύτηκε στον Τσαρλς ότι της λείπουν δύο αυχενικοί σπόνδυλοι κι ότι φοβάται πως κανείς δεν θα θελήσει ποτέ να την παντρευτεί. Ο ποιητής απάντησε ότι ευχαρίστως την παντρεύεται ο ίδιος. Κράτησε το λόγο του. Στις 29 Οκτωβρίου του 1955, τελέστηκαν οι γάμοι τους.
Η Μπάρμπαρα έκανε το κλασικό και μοιραίο γυναικείο λάθος. Μόχθησε να αλλάξει τον Τσαρλς, να τον ευπρεπίσει. Οι γυναίκες ενίοτε είναι απρόθυμες να καταλάβουν ότι ο ποιητής την Μούσα του αναζητεί και όχι την οικονόμο του. Ύστερα από δεκαπέντε μήνες ανώφελων προσπαθειών συγυρίσματος και νοικοκυρέματος, ο γάμος τινάχτηκε στον αέρα, και ο Τσαρλς πήγε να μείνει στο Χόλλυγουντ, στη σκοτεινή φτωχή μεριά του, αυτή που αποκαλούσε Ανατολικό Χόλλυγουντ και την ύμνησε τόσο ευαίσθητα και τόσο πολύ.
Την άνοιξη του 1966, θα σημειωθεί άλλη μία στροφή της Μοίρας που αρχίζει πια να γίνεται ευμενής. Ο Τζον Μάρτιν, ένας πετυχημένος επιχειρηματίας, μαγεύεται από το έργο του Μπουκόβσκι, εγκαταλείπει τα πάντα και στήνει έναν μικρό εκδοτικό οίκο, από τους καλύτερους στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Black Sparrow Press, αποφασισμένος να προωθήσει σχεδόν αποκλειστικά την ποίηση του Τσαρλς.
Ζει φτωχικά, αλλά μες στην υπέρτατη χλιδή της απόλυτης ελευθερίας. Γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Ταχυδρομείο». Γράφει το δεύτερο μυθιστόρημά του, το «Άνθρωπος για όλες τις δουλειές». Γράφει τις περίφημες «Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας». Γράφει δεκάδες σκληρά και συνάμα ευαίσθητα ποιήματα. Συνάπτει μια σχέση παραφοράς και τρυφερότητας με την γλύπτρια Λίντα Κινγκ και την απαθανατίζει στα ποιήματά του και στο τρίτο του μυθιστόρημα, τις «Γυναίκες». Τον ανακαλύπτουν στη Γαλλία, στην Ιταλία, και κυρίως στη Γερμανία. Ο Μπουκόβσκι, ενώ κοντεύει τα εξήντα του, ταξιδεύει για πρώτη φορά στην Ευρώπη και θριαμβεύει. Απαγγέλλει σε κατάμεστες αίθουσες και το κοινό τον αποθεώνει. Πηγαίνει στο Παρίσι. Εμφανίζεται στην φημισμένη εκπομπή «Apostrophes». Μεθάει, καβγαδίζει με τον οικοδεσπότη, σηκώνεται και φεύγει στα μισά της απευθείας μετάδοσης. Η απόφασή του να παραμείνει πάντα ελεύθερος δεν είναι σόου μήτε τρικ. Είναι γνήσια ως το κόκαλο.
Επιστρέφει στην Αμερική, παντρεύεται τη Λίντα Λη Μπέιλ, μια πετυχημένη εστιάτορα, είκοσι τρία χρόνια νεότερή του, και μαζί της αρχίζει να απολαμβάνει το καλό κρασί και το εύγευστο φαγητό. Γράφει το τέταρτο μυθιστόρημά του, το «Τοστ με ζαμπόν», με κεντρικό θέμα τα δεινά των παιδικών του χρόνων. Συνάμα, απολαμβάνει την παρέα ωραίων τύπων όπως ο Ντένις Χόπερ, ο Χάρι Ντην Στάντον, και, κυρίως, ο φοβερός και τρομερός Σον Πεν. Απίθανη ανθοδέσμη δυναμικών και τρυφερών αντρών! Ο Μπουκόβσκι μάλιστα θα αφιερώσει στον Πεν το βιβλίο του «Στη Σκιά του Ρόδου», το 1991, και ο Πεν θα ανταποδώσει αφιερώνοντας στον ποιητή την ταινία του «The Crossing Guard», το 1996. Μέχρι τη στιγμή του θανάτου του, ο Τσαρλς Μπουκόβσκι θα κοπανάει με πάθος τα πλήκτρα και θα μας δωρίζει τον πλούτο των εμπειριών και των σκέψεων, τη μουσική των λέξεών του. Και είναι προσωπικός του θρίαμβος, ναι, θρίαμβος αυτού του μειλίχιου και πονεμένου ανθρώπου, το ότι ολοένα και πιο πολλοί ευαίσθητοι αναγνώστες ανακαλύπτουν και πάλι το αναρχικό και βαθιά τρυφερό χιούμορ του Τσαρλς Μπουκόβσκι!

από το http://belleviefacile.blogspot.com/ Γ.Ι.Μπαμπασακης

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

Φθινοπωρινά σεμινάρια
Τις Τετάρτες 8, 15 και 22 Σεπτεμβρίου στις 8 το βράδυ το Μικρό Πολυτεχνείο ανοίγει την ταράτσα του με θέα στην Ακρόπολη και το Αστεροσκοπείο και υποδέχεται όσους ενδιαφέρονται να παρακολουθήσουν σεμινάρια ή να συμμετέχουν σε καλλιτεχνικές δραστηριότητες που προορίζονται για ερασιτέχνες και χομπίστες κάθε ηλικίας.

Αυτή τη βραδιά οι περισσότεροι εισηγητές των σεμιναρίων και οι καλλιτέχνες που συνεργάζονται με το Μικρό Πολυτεχνείο θα είναι όλοι παρόντες για να ενημερώσουν δια ζώσης το κοινό για τα φθινοπωρινά εργαστήρια, τις εκδρομές Σεπτεμβρίου (ΑΓΚΙΣΤΡΙ) και τα καλλιτεχνικά δρώμενα που έχουν προγραμματιστεί (ΕΚΘΕΣΕΙΣ – ΠΑΙΔΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – POCKETTHEATRE ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ).

ΜΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ ΜΕ ΑΜΕΣΕΣ ΕΝΑΡΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΣΥΖΗΤΗΘΟΥΝ ΤΗΝ 1Η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ ΤΟΥ Μ.Π.:




Σεμινάρια

Από τα πιο αναμενόμενα σεμινάρια για φέτος:

Το τμήμα Στιχουργικής υπό την εποπτεία της Δήμητρας Γαλάνη που θα ολοκληρωθεί γύρω στις γιορτές με ένα cd που προβλέπεται να εκδοθεί με τραγούδια των συμμετεχόντων.

Τα εργαστήρια Ραδιοφώνου, παραγωγής μουσικής εκπομπής, μουσικής αρθρογραφίας, μουσικής επιμέλειας για κινηματογράφο και θέατρο, φωνητικής, μουσικού θεάτρου.

Τα σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής για Μυθιστόρημα, Διήγημα, Παραμύθι, θεατρικό έργο ή σενάριο (cinema / t.v.), αλλά και τα πολύ αποτελεσματικά εργαστήρια Αυτοματικής και Εξομολογητικής Γραφής.

Τα ψηφιακά εργαστήρια Κινηματογράφου, Video Art, Κινουμένου Σχεδίου και Ψηφιακής Φωτογραφίας .

Τα Life Style seminars (Διακόσμηση, Personal Styling & Image Making), τα workshops κατασκευής Κοσμήματος αλλά και όλα τα εικαστικά σεμινάρια (Ζωγραφική, Γλυπτική, Κόμικ, Εικονογράφηση Παιδικού Βιβλίου κλπ)

Τα πολύ αγαπητά πια εργαστήρια Pocket Theatre για στήσιμο και ανέβασμα παράστασης, όπου για φέτος φέρονται να συντονίζουν τα μαθήματα οι ηθοποιοί: Σοφία Σεϊρλή, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Δημήτρης Κανέλλος κ.α.

Τα σεμινάρια Ιστορίας της Τέχνης (Ειρήνη Χρυσοχέρη), Ιστορίας Κινηματογράφου (Μάκης Μωραίτης) και Ανάλυσης Φίλμ (Άγγελος Φρατζής).

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Emily Dickinson (1830 - 1886)

Έμιλυ Ντίκινσον :
«Η βασίλισσα του Γολγοθά»




Σήμερα θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες (αν όχι η μεγαλύτερη) ποιήτριες της Δύσης, αλλά το έργο της παρέμεινε άγνωστο όσο ζούσε και άρχισε να γίνεται σταδιακά γνωστό κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα ποιήματά της παρέμειναν αδημοσίευτα από δική της επιλογή και μόνο ένα μικρό μέρος ήταν γνωστό στον κύκλο της. Η ποίησή της έχει έντονα προσωπικό χαρακτήρα που κάνει σχεδόν αδύνατη την ένταξή της σε κάποια σχολή ή λογοτεχνικό ρεύμα της εποχής της. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα ποιήματά της δεν έβαζε τίτλους, γι` αυτό καταχωρούνται με τους αριθμούς που τους έδωσαν αυτοί που πρώτοι ανέλαβαν την έκδοση του έργου της μετά το θάνατό της. Η έρευνα γύρω από το έργο της συνεχίζεται και η βιβλιογραφία πυκνώνει, ενώ μεγάλη δυσκολία παρουσιάζει η ερμηνεία του. Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιάσουμε ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία που βοηθούν να στοιχειοθετήσουμε τη δική μας ερμηνεία για το έργο της και θα κάνουμε επίσης μία αναφορά στα βιβλία που κυκλοφορούν στα ελληνικά και τα οποία μπορεί να μελετήσει ο αναγνώστης.
Η Έμιλυ Ντίκινσον γεννήθηκε το 1830 στο Άμερστ, μια μικρή πόλη δυο χιλιάδων πεντακοσίων κατοίκων κοντά σε δάσος στην πολιτεία της Μασαχουσέτης. Ο πατέρας της ήταν επιτυχημένος δικηγόρος και ένα διάστημα είχε εκλεγεί αντιπρόσωπος του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον. Η μητέρα της ήταν μία νοικοκυρά που ζούσε στη σκιά του. Είχε έναν αδελφό μεγαλύτερο, τον Ώστιν και μία αδελφή μικρότερη, την Λαβίνια. Μεγάλωσε σε ένα αυστηρά καλβινικό περιβάλλον, όπου ο πατέρας ήθελε τα παιδιά του να διαβάζουν μόνο τη Βίβλο. Τα πρώτα βιβλία τα έφερνε στο σπίτι ένας μαθητευόμενος του πατέρα της, που τα έκρυβε σε ένα θάμνο δίπλα στην πόρτα. Μετά το πρώτο της βιβλίο η Έμιλυ αναλογίστηκε: «Να, τι είναι το βιβλίο, λοιπόν! Και υπάρχουν ακόμα ένα σωρό!» Φοίτησε σε προτεσταντικά σχολεία με εξαιρετικούς δασκάλους, όμως ήταν ώριμη από παιδί και έδειξε από νωρίς την ανεξαρτησία πνεύματος που τη χαρακτήρισε σε όλη της τη ζωή. Ήδη από τα δεκατρία της χρόνια αρνούνταν να πηγαίνει στις θρησκευτικές τελετές δημόσιας μετάνοιας, ομολογίας πίστης και τόνωσης του χριστιανικού φρονήματος, τα revival. Στα δεκαεφτά της, όταν πήγε στο πουριτανικής γραμμής παρθεναγωγείο Mout Holyoke, ένοιωσε να απειλείται η εσωτερική της ελευθερία.[1] Παρόλα αυτά η χριστιανική πνευματικότητα έπαιξε τεράστιο πόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς της, όχι όμως σαν συμμόρφωση και υποταγή, αλλά σαν προσωπικός στοχασμός και προβληματισμός.
Ερωτεύθηκε άνδρες που ήταν αδύνατο να παντρευτεί ή να έχει ερωτική σχέση μαζί τους (γιατί ήταν ήδη παντρεμένοι και ζούσαν σε άλλα μέρη μακρυά, ώστε μόνο η αλληλογραφία να είναι δυνατή), με αποτέλεσμα και το πάθος να διατηρεί και να μην χρειαστεί να κάνει συμβιβασμούς για να αρέσει ή να ικανοποιήσει. Έζησε όλη της τη ζωή στο μεγάλο πατρικό σπίτι μαζί με την αδελφή της που έμεινε κι αυτή ανύπαντρη, διαβάζοντας ασταμάτητα βιβλία και γράφοντας ποιήματα:

Έχω τον τίτλο της συζύγου, δίχως όμως
να`χω την άδεια καθώς ορίζει ο Νόμος.
Σκληρή μου δόθηκε, πικρή κι άδικη μοίρα.
«Βασίλισσα του Γολγοθά»για τίτλο πήρα,

κι όλα είναι βασιλικά, εκτός το στέμμα,
κι ο αρραβώνας, δίχως λίγωμα στο βλέμμα
που ο Θεός σε κάθε θηλυκό χαρίζει,
όταν το κράτημα του άλλου χεριού γνωρίζει.

Διαμαντικό με το διαμαντικό ταιριάζει
και το χρυσάφι, το χρυσάφι αγκαλιάζει.
Η γέννηση, ο αρραβώνας και κατόπι
δυο-τρία μέτρα από του σάβανου το τόπι.

Τριλπή μια νίκη σε μια μέρα να `ναι, φτάνει.
«Ο άντρας μου», λεν οι γυναίκες με στεφάνι
μ`ένα σκοπό που κι η ψυή τους τραγουδάει.
Να `ναι ο τρόπος, τάχα, αυτός; Ποιός μου απαντάει;[2]

Τα ποιήματά της όσο κι αν είναι μερικές φορές σκοτεινά ή βαριά από άποψη θεματολογίας, έχουν μια παιγνιώδη διάθεση, ένα κέφι παιδικό. Η Έμιλυ Ντίκινσον κατάφερε να διασώσει το παιδί που ήταν, να μη το σκοτώσει με αντάλλαγμα την κοινωνική επιτυχία, στην οποία αντιστάθηκε με απαράμιλλο θάρρος. Άντεξε το σταυρό της γεροντοκόρης, της κοινωνικά απομονωμένης και το χειρότερο απ` όλα, της ποιήτριας που τα ποιήματά της θεωρούνται απαράδεκτα. Σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι η εμπειρία του θανάτου στην οποία τόσο συχνά αναφέρεται είναι αυτή η αναχώρηση από τον κόσμο, η χριστιανική απάρνηση του εαυτού, το θάψιμο του ατομικιστικού-ναρκισσιστικού εγώ, χάριν της πνευματικής ανάπτυξης. Αγνόησε όλες τις υποδείξεις που της έγιναν για να γίνουν τα ποιήματά της αποδεκτά από περιοδικά και ανθολογίες της εποχής και συνέχισε να γράφει όπως την ικανοποιούσε εκείνην. Γιατί στα ελάχιστα ποιήματα που δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε, της άλλαζαν τις ομοιοκαταληξίες, ολόκληρες λέξεις, της «συμμόρφωναν» δηλαδή το ποίημα που η πρωτοτυπία του προκαλούσε αμηχανία. Κλείστηκε κι αυτή στον εαυτό της και ακολούθησε το δικό της γούστο αναπτύσσοντας τις πρωτοποριακές της τεχνικές, σπάζοντας το ρυθμό όπως η ίδια αισθανόταν, ταιριάζοντας μη ολοκληρωμένες ομοιοκαταληξίες, τελειώνοντας τους στίχους με παύλες, αρχίζοντας με κεφαλαίο γράμμα όποια λέξη ήθελε να τονίσει. Το αποτέλεσμα είναι ότι πρώτη αυτή οδήγησε την αγγλική ποίηση στον ελεύθερο στίχο. Ακόμα έσπασε τους συντακτικούς και γραμματικούς κανόνες όπου έκρινε ότι αυτό ήταν απαραίτητο για την οικονομία του ποιήματος, άφησε τον εαυτό της τελείως ελεύθερο ποιητικά, αφού δεν είχε τίποτα να χάσει, δεν περίμενε την επιβεβαίωση κανενός, ώστε έφτασε τελείως μόνη της στην περιοχή της νεωτερικότητας που οι άλλοι θα έφταναν πολύ αργότερα.
Αφέθηκε μονάχα στην καθαρά πνευματική εμπειρία του ποιήματος, αυτό που η ίδια ονομάζει «έκσταση». Ανεπηρέαστη από τη γνώμη των πολλών και ελεύθερη από κάθε υστεροβουλία, μπόρεσε να δημιουργήσει μία τελείως προσωπική ποίηση, τόσο πρωτοποριακή, που αργά αργά κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα άρχισε να αναγνωρίζεται και είναι μόλις το 1994 που ο μέγας και πολύς Χάρολντ Μπλουμ τη χαρακτήρισε ως τη «μεγαλύτερη ποιήτρια της Δύσης»[3] Είναι χαρακτηριστικό νομίζω το παρακάτω ποίημα όπου βάζει την αφοσίωσή της στην ομορφιά σε ίση μοίρα με την έως θανάτου αφοσίωση των μαρτύρων στην αλήθεια:

449

Πέθανα για την ομορφιά
και μπαίνοντας στο χώμα
ακούω κάποιον ν` ακουμπούν
σε πλαϊνό μου δώμα.

Ψιθύρισε «τι έφταιξε;»
«η ομορφιά» του είπα
«για την αλήθεια πέθανα»
είπε «κι είμαστε αδέρφια».

Κι όπως μιας νύχτας συγγενείς
μιλήσαμε, ωσότου
βρύα ήρθαν στα χείλη μας
κι έκρυψαν τ` όνομά μας. [4]

Ο άξονας θνητότητα-αθανασία διαπερνάει ολόκληρη την ποίησή της. Η άμεση και διαρκής μνεία της θνητότητας στα ποιήματά της, αυτό που οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν «μνήμη θανάτου», επιτυγχάνει να δώσει μια μεταφυσική-πνευματική διάσταση στα πιο καθημερινά και οικεία πράγματα. Το λεξιλόγιο της αποτελούν εικόνες της καθημερινής ζωής του χωριού, στο σπίτι, στην τριγύρω φύση και αναφορές στα διαβάσματά της. Έτσι μετατρέπει τις λέξεις αυτές σε μία συμβολική-μεταφορική γλώσσα, με την οποία δηλώνεται όχι πια η καθημερινή-κοινή εμπειρία, αλλά η έκσταση που αισθάνεται η ποιήτρια μπροστά στο φαινόμενο της ζωής.

[712]
Δεν πέρασα το Θάνατο να πάρω,
και μού `κανε ο ίδιος την τιμή.
στην άμαξα καθίσαμε μονάχα
εμείς κι η μετά θάνατον ζωή.

Βραδύναμε, εκείνος δεν βιαζόταν,
κι εγώ από τα έργα και τους κόπους
κι απ` την ανάπαυλα μου είχα πλέον
παραιτηθεί, για τους καλούς του τρόπους.

Περάσαμε εκεί που τα παιδιά
στο διάλειμμα παλεύαν του σχολείου,
περάσαμε τα ατενή σπαρτά,
και πέρα από τη δύση του ηλίου-

κι ο ήλιος μας προσπέρασε. Κι η δρόσος
έφερνε παγωνιά κι ανατριχίλα-
αράχνης είχα φόρεμα, και τούλι
γύρω στους ώμους που έτρεμαν σαν φύλλα.

Σταθήκαμε μπροστά σε κάποιο σπίτι,
Που έμοιαζε μ` εξόγκωμα στη γη.
Μόλις που διακρινόταν η σκεπή του,
το γείσωμά του έμπαινε στη γη.

Πάει καιρός πολύς, μα εκείνη η μέρα
μοιάζει πολύ μακρύτερη για μένα,
που κοίταξα και είδα των αλόγων
στραμμένα τα κεφάλια στους αιώνες.[5]

Τα βιβλία τα οποία μελετούσε η Ντίκινσον ήταν βασικά η Βίβλος και ο Σαίξπηρ στα οποία ξαναγύριζε πάντοτε, αλλά μελέτησε συγχρόνως τους Άγγλους μεταφυσικούς του 17ου αιώνα (Χέρμπερτ, Βων, Σερ Τόμας Μπράουν) και όλη την αγγλόφωνη ρομαντική και βικτωριανή λογοτεχνία. Από τους Αμερικανούς: Έμερσον και Θορώ, Χώθρον, πολύ πιθανόν Πόε και Μέλβιλ. (Αρνήθηκε, όπως φαίνεται, την ποιήση του Ουίτμαν). Από τους Άγγλους: Κητς και Μπάυρον, Γουέρντγουέρθ και Τέννυσον, Ντίκενς. Ιδιαίτερα όμως τους Μπράουνιγκ (έγραψε τουλάχιστον δύο ποιήματα για την Ελίζαμπεθ), την Τζωρτζ Έλιοτ (δύο ποιήματα αφιερωμένα στη μνήμη της), την Έμιλυ και τη Σαρλότ Μπροντέ. Πολύ νέα διάβασε τη «Μίμηση του Χριστού» (Ιminatio Christi) του γερμανού μυστικού Thomas a Kempis, που της φανέρωσε ένα παράδειγμα ζωής ριζικό και απόλυτο: απαρνήσου τον κόσμο, απόδιωξε την ταραχή του, βρες καταφύγιο στα μύχια της καρδιάς. Γνώριζε σε βάθος το έργο του Ράσκιν και του Καρλάυλ. Στα βιβλία του σπιτιού περιλαμβάνονταν ακόμη θρησκευτική ιστορία, θεολογία, φιλοσοφικά μελετήματα, βιογραφίες (αγαπημένο της ανάγνωσμα). Στους τοίχους του δωματίου της είχε προσωπογραφίες της Έλιοτ και της Μπράουνιγκ.[6]
Κάθε πρωί ο πατέρας διάβαζε στην οικογένεια μία περικοπή της Βίβλου. Και ήταν αυτός που χάρισε στη δωδεκάχρονη Έμιλυ το δικό της αντίτυπο. Η Αγία Γραφή «θα είναι η πρώτη μυθολογία» (Warren 1963). Είναι το υλικό που τροφοδοτεί τα ποιήματά της με ιδέες, εικόνες, θέματα. Οικειοποιείται το ιερό κείμενο, το τροποποιεί, ανοίγει διάλογο μαζί του, κάποτε χαριτολογώντας. Συχνά υποδύεται βιβλικά πρόσωπα (Εύα, Ιουδήθ, Ρεβέκκα) ή ονομάζει τον εαυτό της «βασίλισσα του Γολγοθά». Από τη παλαιά Διαθήκη τα βιβλία που ξεχώριζε ήταν η Γένεση, η Έξοδος, οι Ψαλμοί, ο Ησαίας και από την Καινή τα Ευαγγέλια, ιδιαίτερα του Ματθαίου, η Α΄ προς Κορινθίους, η Αποκάλυψη, αν και τα παραθέματα καλύπτουν όλο το εύρος της Αγίας Γραφής.[7]

124
Ασφαλισμένοι στ` Αλαβάστρινά τους Δώματα-
Ανέγγιχτοι απ` το πρωινό-
Κι ανέγγιχτοι απ` το μεσημέρι-
Κοιμώνται οι πράοι εταίροι της Ανάστασης,
Ατλάζινοι Δοκοί και Στέγη Πέτρινη-

Θριαμβικά περνούν τα Χρόνια,
Πάνω τους μες στο Μισό Φεγγάρι-
Σύμπαντα λαξεύουνε τα Τόξα τους-
Και Στερεώματα - κωπηλατούν-
Διαδήματα - κατρακυλάν-
Και Δόγηδες - παραδίνονται-
Σιωπηλά σα Σημάδια,
Σ` ένα Δίσκο Χιονιού. [8]

Η ποίηση της έχει χαρακτηριστεί «επιθανάτια» από το Διονύση Καψάλη, ο οποίος πολύ σωστά συσχετίζει το θάνατο με την αθανασία: «Η ποίηση της Έμιλυ Ντίκινσον, όλη σχεδόν επιθανάτια, πραγματεύεται, κατά τρόπο εξωφρενικά διαυγή κάποτε, την αθανασία για την οποία δικαιούνται ίσως να μιλούν ακόμα οι άνθρωποι - ή δεν δικαιούνται.[...] Η αθανασία της, σφυρηλατημένη πάνω στην πραγματικότητα του θανάτου, δεν είναι αίτημα ή θεολογικό αξίωμα. Είναι μια επώδυνη υπόθεση εργασίας για την κατανόηση του φυσικού κόσμου και όρος της συνάφειάς του με τον ανθρώπινο νου. Δύσκολα θα βρει κανείς στον δυτικό κόσμο ποίηση τόσο βαθιά αλληλέγγυα με τον πόνο της θνητότητας...» [9] Εκείνο που θα ήθελα να προσθέσω είναι ότι αυτή η εγγύτητα με την επίγνωση του θανάτου μπορεί να επιτευχθεί επειδή ο θάνατος προσεγγίζεται μέσα από την προοπτική της Ανάστασης:

1338

Κι όμως ο Χρόνος συνεχίζεται -
Το λέω χαρούμενη σ` όσους πονάνε τώρα -
Θα ζήσουν -
Υπάρχει Ήλιος -
Δεν το πιστεύουν τώρα -

Το θρησκευτικό στοιχείο στην ποίηση της Ντίκινσον είναι αυτό που πρέπει να εξεταστεί περισσότερο, γιατί εκεί κατά τη γνώμη μου βρίσκεται το κλειδί για την κατανόησή της. Αν και από νωρίς κράτησε αποστάσεις από την επίσημη θρησκεία, η άρνηση αυτή δεν την οδήγησε στην απόρριψη και την άρνηση, αλλά ακολουθώντας χωρίς συμβιβασμούς τον εσωτερικό της δρόμο με το δικαίωμα που έχει ο ποιητής να εξερευνά τον εσωτερικό του κόσμο και έχοντας ως οδηγό την έμπνευση, κατόρθωσε να να ξεπεράσει όλα τα εξωτερικά κοινωνικά χαρακτηριστικά του χριστιανισμού και να φτάσει στη βίωση της πνευματικότητας, απαρνούμενη τον «κόσμο» σαν τους ασκητές και δεχόμενη τη χάρη της έμπνευσης. Δεν είναι τυχαίο νομίζω ότι το βιβλίο που τόσο βαθιά την επηρέασε σε νεαρή ηλικία, η «Μίμηση Χριστού» είναι το μόνο σύγχρονο βιβλίο που συνιστά στα πνευματικά της παιδιά η γερόντισσα Γαβριηλία μαζί με το ευαγγέλιο και τους πατέρες της Εκκλησίας. [10] Προφανώς αυτό το βιβλίο ξεπερνά τους διαχωρισμούς των δογμάτων και αγγίζει το βαθύτερο νόημα του χριστιανισμού, όπως συμπυκνώνεται στη διδασκαλία του Χριστού και όπως μόνο οι άγιοι τον πραγματώνουν.

995

Που έχασα τα Πάντα, Μ` εμπόδισε
Να χάσω Πράγματα μικρότερα.
Αν δε φαινόταν κάτι μεγαλύτερο
Από την Εκτροπή ενός Κόσμου από έναν Άξονα
Ή από του Ήλιου τον Αφανισμό
Τόσο μεγάλο δε θάταν βέβαια
Που να σηκώσω εγώ το βλέμμα απ` τη δουλειά μου
Για περιέργεια. [11]

Ευτυχώς από πέρσι άρχισαν να εκδίδονται βιβλία με ποιήματά της και στα ελληνικά. Πρώτα κυκλοφόρησαν 27 ποιήματα στην πολύ προσεγμένη και άρτια αισθητικά μετάφραση του Διονύση Καψάλη, ο οποίος διαλέγει κάθε λέξη σαν ένα πολύτιμο λίθο που θα βάλει σε ένα μοναδικό κόσμημα. Το βιβλίο αυτό που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις «΄Αγρα» και έχει τον τίτλο «Το μέγα ύδωρ» αποτέλεσε την πρώτη εμφάνιση ποιημάτων της Έμιλυ Ντίκινσον στα ελληνικά.
Φέτος, σαν να δόθηκε μία επιτάχυνση, εκδόθηκαν «44 ποιήματα και 3 γράμματα» σε μετάφραση Ερρίκου Σοφρά από τις εκδόσεις «Το ροδακιό». Οι μεταφράσεις αυτές συνοδεύονται από εκτενείς σημειώσεις και κατατοπιστικό σχολιασμό, βιβλιογραφία καθώς και πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Είναι εμφανές ότι ο Ερρίκος Σοφράς δούλεψε συστηματικά για να μας μυήσει στον κόσμο της ποιήτριας.
Επίσης φέτος, κυκλοφόρησε και μία επιλογή από ερωτικά ποιήματα της Ντίκινσον με τίτλο «Αγάπη» σε μετάφραση Άννας Δασκαλοπούλου από τις εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος. Το τεύχος αυτό περιλαμβάνει 58 ποιήματα με σύντομη βιογραφία και βιβλιογραφία και απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό, καθώς περιλαμβάνει αποκλειστικά ερωτικά ποιήματα ή ποιήματα που μπορούν να εκληφθούν ως ερωτικά, (μια και η ποίηση της Ντίκινσον είναι πολυεπίπεδη). Η μεταφράστρια καταφεύγει σε ποιητικούς τρόπους που δίνουν την εντύπωση του παρωχημένου (εύκολες ομοιοκαταληξίες, επιλογές λέξεων από μια δημοτική που κανένας δεν χρησιμοποιεί πια και φαίνονται σαν ξεπερασμένοι ποιητικοί τρόποι. Παρόλα αυτά, αν θέλει κανείς να εξερευνήσει την «αγεωγράφητη ήπειρο», όπως ονομάζει την ποίηση της Ντίκινσον η καθηγήτρια Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας κ. Λίζυ Τσιριμώκου [12] , τα διαβάζει κι αυτά παραβλέποντας αυτές τις ατέλειες, αφού έχει υποψιαστεί πια το μέγεθος της Ντίκινσον.
Το καλύτερο θα ήταν μια δίγλωσση έκδοση, για να μπορεί ο αναγνώστης να έχει μια επαφή με το πρωτότυπο και να βοηθιέται από τη μετάφραση. Γιατί τελικά όσο πιο πολλές μεταφράσεις διαβάσει κανείς του ίδιου ποιήματος, τόσο πιο κοντά έρχεται στο ίδιο το ποίημα και συγχρόνως καταλαβαίνει ότι ο μεταφραστής που τον έφερε τόσο κοντά σ`αυτό το ποίημα, ταυτοχρόνως τον απομακρύνει.



Σημειώσεις:


1. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Επιλογή, μετάφραση, σχολιασμός, επίμετρο ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΟΦΡΑΣ, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2005, σελ. 119
2. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, Αγάπη, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Μετάφραση ΑΝΝΑ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΚΔ. Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, σελ. 33
3. όπου προηγουμένως, σελ. 154 -155
4. EMILY DICKINSON, ΤΟ ΜΕΓΑ ΥΔΩΡ, εικοσιεπτά ποιήματα, μετάφραση-πρόλογος ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, εκδόσεις Άγρα, σελ. 26
5. όπου προηγουμένως, σελ. 29 - 30
6. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ σελ. 140 -141
7. όπου προηγουμένως, σελ. 141
8. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ σελ. 13
9. EMILY DICKINSON, ΤΟ ΜΕΓΑ ΥΔΩΡ, εικοσιεπτά ποιήματα, μετάφραση-πρόλογος ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, εκδόσεις Άγρα, σελ. 11-12
10. «Η ασκητική της αγάπης», Γαβριηλίας μοναχής, σελ. 205 .
11. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ, σελ. 41
12. ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΒΙΒΛΙΑ, 8.48, ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΜΑΪΟΥ 2005

Του Σήμερα το Τώρα




Τα Πάθη μου εξημερώσανε τη Λογική
Τα Λάθη μου Φίλοι Καλοί Πιστοί μου μάθαν τη Ζωή
και οτι ξέφυγε και ξέμαθε απ το συνήθειο μακριά
πέρασε αντικρύ στης λήθης τα νερά
και σε ότι επιμένω σε ότι τον τροχό μου βάζω μπρος
το κάνω δύναμη αντοχή βλέμμα κοφτερό.

[moth-man].

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Κατερινα Αγγελάκη Ρουκ



Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ

Παίρνω ένα πράγμα και του αλλάζω θέση.
Δεν ξέρω γιατί, ίσως κάτι δεν μ’ αρέσει.
Δευτερόλεπτα μετά
το ύφασμα, το χαρτί
βγάζει έναν ψίθυρο-κραυγή
καθώς αλλάζει στάση η ύλη.
Ο ανεπαίσθητος θόρυβος αυτός
άραγε να εκφράζει δυσφορία
ή ανακούφιση για τη νέα τούτη σχέση
του άψυχου με το άπειρο;
Ή μήπως τον δικό του τόπο
το αντικείμενο νοσταλγεί;
Μια κίνηση μικρούλα τόση δα
μια ματιά, ένας σπινθήρας φως
και νά π’ αναπηδάει ένας μέσα εαυτός
που ελεύθερος κινείται
σ’ ένα αφηρημένο τώρα.
Ακούγεται τότε κάτι σαν ερωτικό μουρμουρητό
ή σαν κλαψούρισμα σκύλου νηστικού...
Έτσι θα κάνει η ύλη μόνη λέω
πριν με βουτήξει μια άλλη η δική μου σιωπή.



Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Αίγινα, 11.8.1999

ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΤΡΕΜΕΙΣ...



«Σιγά μην τρέμεις...»

είμαστε των παλαιών ερώτων οι φωνές

όχι αυτών που σου άλλαζαν τη ζωή

και βρισκόσουν ξαφνικά σ’ άλλες κάμαρες

να προσκυνάς άλλα αγάλματα

αλλ’ εκείνων των ερώτων των μικρών

που για μια μόνο στιγμή

σ’ έκαναν να κοιτάς ψηλά

μ’ ουράνια οικειότητα

ενώ κάτι άταχτα μονοκοτυλήδονα

το γελάκι, η ματιά

σ’ έκαναν να ξεχνάς τ’ αειθαλή αγκάθια

του κάκτου χρόνου.

Έρωτα μικρέ της τελευταίας στιγμής

ακουμπά σ’ έναν ώμο φανατικά θνητό

ακουμπά στο κενοτάφιο των ονείρων.



ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ ΕΡΩΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ



Στον Π.Σ.



Επειδή με τη δική μου γλώσσα

δεν μπορώ να σ’ αγγίξω

μεταγλωττίζω το πάθος μου.

Δεν μπορώ να σε μεταλάβω

και σε μετουσιώνω,

δεν μπορώ να σε ξεντύσω

έτσι σε ντύνω μ’ αλλόφωνη φαντασία.

Στα φτερά σου από κάτω

δεν μπορώ να κουρνιάσω

γι’ αυτό γύρω σου πετάω

και του λεξικού σου γυρνάω τις σελίδες.

Πώς απογυμνώνεσαι θέλω να μάθω

πώς ξανοίγεσαι

γι’ αυτό μες στις γραμμές σου

ψάχνω συνήθειες

τα φρούτα π’ αγαπάς

μυρουδιές που προτιμάς

κορίτσια που ξεφυλλίζεις.

Τα σημάδια σου ποτέ μου δεν θα δω γυμνά

εργάζομαι λοιπόν σκληρά πάνω στα επίθετα σου

για να τ’ απαγγείλω σ’ αλλόθρησκη λαλιά.

Πάλιωσε όμως η δική μου ιστορία

κανένα ράφι δεν στολίζει ο τόμος μου

και τώρα εσένα φαντάζομαι με δέρμα σπάνιο

ολόδετο σε ξένη βιβλιοθήκη.

Επειδή δεν έπρεπε ποτέ

ν’ αφεθώ στην ασυδοσία της νοσταλγίας

και να γράψω αυτό το ποίημα

τον γκρίζο ουρανό διαβάζω

σε ηλιόλουστη μετάφραση.



Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Ρόδος, 16/3/02

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Γιωργος Σεφερης Θερινο Ηλιοστασι


Α´

Ὁ μεγαλύτερος ἥλιος ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ
κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ νέο φεγγάρι
ἀπόμακρα στὴ μνήμη σὰν ἐκεῖνα τὰ στήθη.
Ἀνάμεσό τους χάσμα τῆς ἀστερωμένης νύχτας
κατακλυσμὸς τῆς ζωῆς.
Τ᾿ ἄλογα στ᾿ ἁλώνια
καλπάζουν καὶ ἱδρώνουν
πάνω σὲ σκόρπια κορμιά.
Ὅλα πηγαίνουν ἐκεῖ
καὶ τούτη ἡ γυναῖκα
ποὺ τὴν εἶδες ὄμορφη, μιὰ στιγμὴ
λυγίζει δὲν ἀντέχει πιὰ γονάτισε.
Ὅλα τ᾿ ἀλέθουν οἱ μυλόπετρες
καὶ γίνουνται ἄστρα.

Παραμονὴ τῆς μακρύτερης μέρας.


Β´

Ὅλοι βλέπουν ὁράματα
κανεὶς ὡστόσο δὲν τ᾿ ὁμολογεῖ·
πηγαίνουν καὶ θαρροῦν πὼς εἶναι μόνοι.
Τὸ μεγάλο τριαντάφυλλο
ἤτανε πάντα ἐδῶ
στὸ πλευρό σου βαθιὰ μέσα στὸν ὕπνο
δικό σου καὶ ἄγνωστο.
Ἀλλὰ μονάχα τώρα ποὺ τὰ χείλια σου τ᾿ ἄγγιξαν
στ᾿ ἀπώτατα φύλλα
ἔνιωσες τὸ πυκνὸ βάρος τοῦ χορευτῆ
νὰ πέφτει στὸ ποτάμι τοῦ καιροῦ -
τὸ φοβερὸ παφλασμό.

Μὴ σπαταλᾷς τὴν πνοὴ ποὺ σοῦ χάρισε
τούτη ἡ ἀνάσα.


Γ´

Κι ὅμως σ᾿ αὐτὸ τὸν ὕπνο
τ᾿ ὄνειρο ξεπέφτει τόσο εὔκολα
στὸ βραχνά.
Ὅπως τὸ ψάρι ποὺ ἄστραψε κάτω ἀπ᾿ τὸ κῦμα
καὶ χώθηκε στὸ βοῦρκο τοῦ βυθοῦ
ἢ χαμαιλέοντας ὅταν ἀλλάζει χρῶμα.
Στὴν πολιτεία ποὺ ἔγινε πορνεῖο
μαστροποὶ καὶ πολιτικιὲς
διαλαλοῦν σάπια θέλγητρα·
ἡ κυματόφερτη κόρη
φορεῖ τὸ πετσὶ τῆς γελάδας
γιὰ νὰ τὴν ἀνεβεῖ τὸ ταυρόπουλο·
ὁ ποιητὴς
χαμίνια τοῦ πετοῦν μαγαρισιὲς
καθὼς βλέπει τ᾿ ἀγάλματα νὰ στάζουν αἷμα.
Πρέπει νὰ βγεῖς ἀπὸ τοῦτο τὸν ὕπνο·
τοῦτο τὸ μαστιγωμένο δέρμα.


Δ´

Στὸ τρελὸ ἀνεμοσκόρπισμα
δεξιὰ ζερβὰ πάνω καὶ κάτω
στροβιλίζονται σαρίδια.
Φτενοὶ θανατεροὶ καπνοὶ
λύνουν τὰ μέλη τῶν ἀνθρώπων.
Οἱ ψυχὲς
βιάζουνται ν᾿ ἀποχωριστοῦν τὸ σῶμα
διψοῦν καὶ δὲ βρίσκουν νερὸ πουθενά·
κολνοῦν ἐδῶ κολνοῦν ἐκεῖ στὴν τύχη
πουλιὰ στὶς ξόβεργες·
σπαράζουν ἀνωφέλευτα
ὅσο ποὺ δὲ σηκώνουν ἄλλο τὰ φτερά τους.

Φυραίνει ὁ τόπος ὁλοένα
χωματένιο σταμνί.


Ε´

Ὁ κόσμος τυλιγμένος στὰ ναρκωτικὰ σεντόνια
δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ προσφέρει
παρὰ τοῦτο τὸ τέρμα.
Στὴ ζεστὴ νύχτα
ἡ μαραμένη ἱέρεια τῆς Ἑκάτης
μὲ γυμνωμένα στήθη ψηλὰ στὸ δῶμα
παρακαλᾷ μία τεχνητὴ πανσέληνο, καθὼς
δυὸ ἀνήλικες δοῦλες ποὺ χασμουριοῦνται
ἀναδεύουν σὲ μπακιρένια χύτρα
ἀρωματισμένες φαρμακεῖες.
Αὔριο θὰ χορτάσουν ὅσοι ἀγαποῦν τὰ μυρωδικά.

Τὸ πάθος της καὶ τὰ φτιασίδια
εἶναι ὅμοια μὲ τῆς τραγῳδοῦ
ὁ γύψος τοὺς μάδησε κιόλας.


Στ´

Κάτω στὶς δάφνες
κάτω στὶς ἄσπρες πικροδάφνες
κάτω στὸν ἀγκαθερὸ βράχο
κι ἡ θάλασσα στὰ πόδια μας γυάλινη.
Θυμήσου τὸ χιτῶνα ποὺ ἔβλεπες
ν᾿ ἀνοίγει καὶ νὰ ξεγλιστρᾷ πάνω στὴ γύμνια
κι ἔπεσε γύρω στοὺς ἀστραγάλους
νεκρός -
ἂν ἔπεφτε ἔτσι αὐτὸς ὁ ὕπνος
ἀνάμεσα στὶς δάφνες τῶν νεκρῶν.


Ζ´

Ἡ λεῦκα στὸ μικρὸ περιβόλι
ἡ ἀνάσα της μετρᾷ τὶς ὦρες σου
μέρα καὶ νύχτα·
κλεψύδρα ποὺ γεμίζει ὁ οὐρανός.
Στὴ δύναμη τοῦ φεγγαριοῦ τὰ φύλλα της
σέρνουν μαῦρα πατήματα στὸν ἄσπρο τοῖχο.
Στὸ σύνορο εἶναι λιγοστὰ τὰ πεῦκα
ἔπειτα μάρμαρα καὶ φωταψίες
κι ἄνθρωποι καθὼς εἶναι πλασμένοι οἱ ἄνθρωποι.
Ὁ κότσυφας ὅμως τιτιβίζει
σὰν ἔρχεται νὰ πιεῖ
κι ἀκοῦς καμιὰ φορὰ φωνὴ τῆς δεκοχτούρας.

Στὸ μικρὸ περιβόλι δέκα δρασκελιὲς
μπορεῖ νὰ ἰδεῖς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου
νὰ πέφτει σὲ δυὸ κόκκινα γαρούφαλα
σὲ μίαν ἐλιὰ καὶ λίγο ἁγιόκλημα.
Δέξου ποιὸς εἶσαι.
Τὸ ποίημα
μὴν τὸ καταποντίζεις στὰ βαθιὰ πλατάνια
θρέψε το μὲ τὸ χῶμα καὶ τὸ βράχο ποὺ ἔχεις.
Τὰ περισσότερα -
σκάψε στὸν ἴδιο τόπο νὰ τὰ βρεῖς.


Η´

Τ᾿ ἄσπρο χαρτὶ σκληρὸς καθρέφτης
ἐπιστρέφει μόνο ἐκεῖνο ποὺ ἤσουν.

Τ᾿ ἄσπρο χαρτὶ μιλᾷ μὲ τὴ φωνή σου,
τὴ δική σου φωνὴ
ὄχι ἐκείνη ποὺ σ᾿ ἀρέσει·
μουσική σου εἶναι ἡ ζωὴ
αὐτὴ ποὺ σπατάλησες.
Μπορεῖ νὰ τὴν ξανακερδίσεις ἂν τὸ θέλεις
ἂν καρφωθεῖς σὲ τοῦτο τ᾿ ἀδιάφορο πρᾶγμα
ποὺ σὲ ρίχνει πίσω
ἐκεῖ ποὺ ξεκίνησες.

Ταξίδεψες, εἶδες πολλὰ φεγγάρια πολλοὺς ἥλιους
ἄγγιξες νεκροὺς καὶ ζωντανοὺς
ἔνιωσες τὸν πόνο τοῦ παλικαριοῦ
καὶ τὸ βογκητὸ τῆς γυναίκας
τὴν πίκρα τοῦ ἄγουρου παιδιοῦ -
ὅ,τι ἔνιωσες σωριάζεται ἀνυπόστατο
ἂν δὲν ἐμπιστευτεῖς τοῦτο τὸ κενό.
Ἴσως νὰ βρεῖς ἐκεῖ ὅ,τι νόμισες χαμένο·
τὴ βάστηση τῆς νιότης, τὸ δίκαιο καταποντισμὸ
τῆς ἡλικίας.

Ζωή σου εἶναι ὅ,τι ἔδωσες
τοῦτο τὸ κενὸ εἶναι ὅ,τι ἔδωσες
τὸ ἄσπρο χαρτί.


Θ´

Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τά ῾βλεπαν
κι αὐτοὶ γελοῦσαν.

Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
πάνω νερά·
νὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
στὰ τυφλά, πεισματάρης
καὶ νὰ γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σὰν τὸ πολύροζο λιόδεντρο -
ἄφησε κι ἂς γελοῦν.
Καὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄλλος κόσμος
στὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ
στ᾿ ἀφανισμένο τοῦτο παρὸν -
ἄφησέ τους.

Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
ὑπάρχουν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανένας.


Ι´

Τὴν ὥρα ποὺ τὰ ὀνείρατα ἀληθεύουν
στὸ γλυκοχάραμα τῆς μέρας
εἶδα τὰ χείλια ποὺ ἄνοιγαν
φύλλο τὸ φύλλο.

Ἔλαμπε ἕνα λιγνὸ δρεπάνι στὸν οὐρανό.
Φοβήθηκα μὴν τὰ θερίσει.


ΙΑ´

Ἡ θάλασσα ποὺ ὀνομάζουν γαλήνη
πλεούμενα κι ἄσπρα πανιὰ
μπάτης ἀπὸ τὰ πεῦκα καὶ τ᾿ Ὄρος τῆς Αἴγινας
λαχανιασμένη ἀνάσα·
τὸ δέρμα σου γλιστροῦσε στὸ δέρμα της
εὔκολο καὶ ζεστὸ
σκέψη σχεδὸν ἀκάμωτη κι ἀμέσως ξεχασμένη.

Μὰ στὰ ρηχὰ
ἕνα καμακωμένο χταπόδι τίναξε μελάνι
καὶ στὸ βυθὸ -
ἂν συλλογιζόσουν ὡς ποῦ τελειώνουν τὰ ὄμορφα νησιά.

Σὲ κοίταζα μ᾿ ὅλο τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι ποὺ ἔχω.


ΙΒ´

Τὸ αἷμα τώρα τινάζεται
καθὼς φουσκώνει ἡ κάψα
στὶς φλέβες τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀφορμισμένου.
Γυρεύει νὰ περάσει ἀπὸ τὸ θάνατο
γιὰ νά ῾βρει τὴ χαρά.

Τὸ φῶς εἶναι σφυγμὸς
ὁλοένα πιὸ ἀργὸς καὶ πιὸ ἀργὸς
θαρρεῖς πῶς πάει νὰ σταματήσει.


ΙΓ´

Λίγο ἀκόμη καὶ θὰ σταματήσει ὁ ἥλιος.
Τὰ ξωτικὰ τῆς αὐγῆς
φύσηξαν τὰ στεγνὰ κοχύλια·
τὸ πουλὶ κελάηδησε τρεῖς φορὲς τρεῖς φορὲς μόνο·
ἡ σαύρα πάνω στὴν ἄσπρη πέτρα
μένει ἀκίνητη
κοιτάζοντας τὸ φρυγμένο χόρτο
ἐκεῖ ποὺ γλίστρησε ἡ δεντρογαλιά.
Μαύρη φτερούγα σέρνει ἕνα βαθὺ χαράκι
ψηλὰ στὸ θόλο τοῦ γαλάζιου -
δές τον, θ᾿ ἀνοίξει.

Ἀναστάσιμη ὠδίνη.


ΙΔ´

Τώρα,
μὲ τὸ λιωμένο μολύβι τοῦ κλήδονα
τὸ λαμπύρισμα τοῦ καλοκαιρινοῦ πελάγου,
ἡ γύμνια ὁλόκληρής της ζωῆς·
καὶ τὸ πέρασμα καὶ τὸ σταμάτημα καὶ τὸ πλάγιασμα καὶ τὸ τίναγμα
τὰ χείλια τὸ χαϊδεμένο δέρας,
ὅλα γυρεύουν νὰ καοῦν.

Ὅπως τὸ πεῦκο καταμεσήμερα
κυριεμένο ἀπ᾿ τὸ ρετσίνι
βιάζεται νὰ γεννήσει φλόγα
καὶ δὲ βαστᾷ πιὰ τὴν παιδωμή -

φώναξε τὰ παιδιὰ νὰ μαζέψουν τὴ στάχτη
καὶ νὰ τὴ σπείρουν.
Ὅ,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι ἐκεῖνα ἀκόμη ποὺ δὲν πέρασαν
πρέπει νὰ καοῦν
τοῦτο τὸ μεσημέρι ποὺ καρφώθηκε ὁ ἥλιος
στὴν καρδιὰ τοῦ ἑκατόφυλλου ρόδου.