Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Η Ώρα της Μούσας Μου Την Στιγμή της Έμπνευσής Μου

Θέλω να κλέψω την γεύση από το κορμί σου
Και να την βάλω έτσι ανόθευτη στο ποτήρι μου
Γεμάτο με το τζιν μου το αγαπημένο
Θέλω αν δω αν μπορώ να μεθύσω με αυτή

Θέλω να γδυθούμε σιγά σιγά ακολουθώντας μία ιερή τελετουργία
Να αφήσουμε ελεύθερα τα σώματα μας να γνωριστούν
Οι ψυχές και οι καρδιές μας ότι μπορούσαν έκαναν
Δεν μένει να κάνουν κάτι άλλο πια

Θα χαιδευτούμε θα χαιδευόμαστε συνεχώς
Όχι εμείς, τα σώματά μας
Εμείς θα υπακούμε
Θα γίνουμε ξανά παρθένοι
Θα ανακαλύψουμε μαζί τον πρώτο έρωτα
Της πρώτης επαφής τη γεύση
Τον ηλεκτρισμό από το πρώτο χάδι.

Θα πίνουμε, θα πίνουμε τ’ αγαπημένα μας ποτά
Η γλώσσα μου πυρωμένη θα χαρτογραφήσει
Τις πεδιαδές σου
Τις οροσειρές
Και τις κοιλάδες σου
Και θα θελήσει να εξερευνήσει τις υπόγειες στοές σου
Εκεί που δεν έχει φως
εκεί με το ένστικτό θα περιπλανηθεί
θα ψάξει για κρυμμένα μυστικά
θα απλωθεί
θα απλωθεί σαν θάλασσα
που γλύφει τη δική σου αμμουδιά.

θα με πείσεις πως δεν είσαι θνητή
πως κάποιου Θεού είσαι κόρη
θα σε κοιτάξω με το βλέμμα μου το κάθετο
στα μάτια σου μπροστά θα σταθώ
δεν θα φοβηθώ του χρώματος τα βάθη
στα ίσια θα σε γδύσω πάλι
ετούτη την φορά
θα θελήσω να μπω μες το μυαλό σου
αν βρω την πόρτα ανοικτή θα κάτσω μέσα εκεί
θα δω του χάους σου την απλά
του φωτός σου την σχισμή
τα πάθη σου θα αγαπήσω όπως είναι
αφτιασίδωτα
κι ύστερα την πόρτα θα την κλείσω
και θα μείνω μέσα εκεί
θα πίνω το κρασί που αγαπάμε
θα κάνουμε έρωτα εκεί
κι ύστερα θα συστηθούμε πάλι

θα σου διαβάζω αποσπάσματα από του
Μεγάλου Ανατολικού τις γραμμές
Και τα σώματα θα σφίγγονται
Θα μοιάζουν με προνύμφες
με πρώιμες πεταλούδες
Καθώς θα ξεμπλέκονται οι γραμμές
Καθώς οι λέξεις παράγραφοι θα γίνουν
Και οι παραγράφοι σελίδες που θα διαβάζονται
Από τις γλωσσές μας
Κι οι γλώσσες μας θα λύνονται
Θα είναι φλύαρες, θα είναι υγρές
Θα ξεπροβάλλουν
Από των στόματων μας τις εσοχές
γλυκά θα σμίγουν και θα αφήνονται.

Αργά θα αποχωριστούμε
έτσι όπως ανταμώσαμε, υγρά
Θα αφήσουμε και θα αφεθούμε
Κι αν τύχει θ’αρχίσουμε ξανά.

[moth-man].

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

Schiele Egon Leo Adolf (1890-1918)





















































































































































Βιογραφικό

Αυστριακός καλλιτέχνης που δέχτηκε σκληρή κριτική κι αμφισβήτηση, στο μεγαλύτερο μέρος της σύντομης ζωής του, από κοινό και κριτικούς. Περισσότερο κι από τον Κλιμτ (με τον οποίο υπήρξε φίλος) έκαμε τον ερωτισμό αγαπημένο του θέμα και μάλιστα φυλακίστηκε γι' αυτό λίγο, για προσβολή των χρηστών ηθών. Οι γυμνές φιγούρες του, προβάλλουνε μοναχικό καταπιεσμένο πνευματικά άτομο πιότερο, παρά άτομο μ' έντονον ερωτισμό. Παρόλο που επηρεάστηκε από τον Κλιμτ σύντομα ανεξαρτητοποιήθηκε στο αντικλασικό στυλ, περιγράφοντας πιότερο ψυχολογική και πνευματικήν αίσθηση, παρά αισθητικό προβληματισμό. Φιλοτέχνησε μερικά ονομαστά πορτρέτα κι αργότερα, στον πίνακά του "Οικογένεια" εμφάνισε πρώτην αίσθηση ασφάλειας.
Έζησεν ελάχιστα κι έτσι δε γνωρίζουμε αν θα 'χεν αναπτυχθεί από τον μοναχικό σε σπλαχνικό και προσιτόν έφηβο, μιας κι αυτό εικάζεται πως ήταν η βαθύτερη ουσία όλου του έργου του. Στα πορτρέτα του εμφανίζεται συνδυασμός αξιολύπητου κι ισχυρής θέσης ατόμου, ευπαθές όλο δέρμα και κόκαλα, μα όχι ξεκάθαρη μορφή. Περιχαρακώνει το κορμί με σβησμένη λευκή γραμμή για να παρουσιάσει αίσθηση φυλάκισης και περιορισμών. Επίσης προβάλλει το παράδοξο, μέσω της αλογικής προέκτασης των χεριών. Καταδεικνύει έτσι δυστυχισμένη, λιπόσαρκη νεανικότητα, άγρια κι υπερβάλλουσα, όπως η έντονα τονισμένη ηβική τριχοφυΐα, που ίσως μαρτυρά και το επίκεντρο της θλίψης του. Μπορεί να φαντάζει ατομιστική κατάθεση μα με τον υστερικό αυτό τρόπο του, εκφράζει μέγα μέρος της τότε -κι όχι μόνο- νεολαίας. Είναι θαυμάσιος, συγκλονιστικός και παράξενα αθώος, ακόμα και στις ακρότητές του.
Γεννήθηκε στο Tulln στον ποταμό Δούναβη, στις 12 Ιουνίου 1890. Ο πατέρας του 'Αντολφ, εργαζότανε στους Αυστριακούς Σιδηροδρόμους κι η μητέρα του Μαρί, ήταν από το Krumau της Βοημίας. Απο μικρός έδειξε ταλέντο αναγνωρίσιμο κι από τους δασκάλους του. Στα 15 χάνει τον πατέρα του από σύφιλη κι ανέλαβε κηδεμόνας ο αδερφός της μητέρας του, που στεναχωρήθηκε όταν είδε πως ο μικρός 'Αντολφ δεν επιθυμούσε να λάβει ακαδημαϊκή εκπαίδευση, ωστόσο, αναγνώρισε το ταλέντο και το πάθος του για τη τέχνη. Έτσι την επόμενη χρονιά γράφεται στην Ακαδημία της Βιέννης και φοιτά μαζί με τον Κλιμτ, με τον οποίο γίνονται φίλοι. Ο Κλιμτ ενθάρρυνε τον νεαρό, καθώς είδε το ταλέντο του, πότε αγοράζοντας πίνακές του, πότε κλείνοντας μοντέλα για κείνον και πότε οργανώνοντας εκθέσεις του.
Μετά 3 χρόνια φοίτησης, εγκαταλείπει την Ακαδημία και προσχωρεί στο Νέο Κίνημα Τέχνης μαζί μ' άλλους ανικανοποίητους καλλιτέχνες ενώ παρουσιάζει τη 1η του έκθεση. Μακριά από τα δεσμά επιρροής της Ακαδημίας, εξερευνά, όχι μόνο τις ανθρώπινες μορφές, αλλά και την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Σύντομα, πολλοί βρήκανε τη σαφήνεια των έργων του συγκλονιστική και σοκαριστική. Το 1911 συναντά τη 17χρονη Βάλι Νεουζίλ και συνάπτει σχέση μαζί της. Μένουν μαζί και του ποζάρει, ενώ γνωρίζουμεν ελάχιστα για κείνη εκτός ότι πρόσφερε υπηρεσίες μοντέλου σε μεγάλους ζωγράφους, όπως και στον Κλιμτ κι υπήρξε μια από τις πολλές ερωμένες του. Θέλοντας να ξεφύγει από τη Βιέννη, μετακομίζουν στο Νιούλεμπαχ, 35 χλμ μακριά, αναζητώντας την έμπνευση και το δωρεάν στούντιο για να εργαστούν ανεμπόδιστα. Λόγω της τάσης του να προκαλεί και της πρότερης διαμονής του στη πρωτεύουσα, το στούντιό του γίνεται γρήγορα καταφύγιο του υπόκοσμου της περιοχής.
Το 1912 και με τη κατηγορία της αποπλάνησης ανηλίκου (λόγω του νεαρού της ηλικίας της Βάλι και της σχέσης τους) συλλαμβάνεται. Στη δίκη καταρρίπτει τις κατηγορίες αυτές, πλην όμως δικάζεται σε 24 μέρες φυλακή λόγω προσβολής ηθών, ενώ του κατάσχουν περί τους 100 πίνακες. Έχοντας εκτίσει τις 21, παραμένει άλλες 3 μέρες έγκλειστος. Το 1915 συναντά τις αδελφές Έντιθ & Αντέλ Χαρμς, που κατοικούσαν απέναντι από το στούντιο με τους μεσοαστούς γονείς τους και συνάπτει δεσμό με την Έντιθ, διώχνοντας τη Βάλι. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους με τις ευλογίες όλων το ζεύγος παντρεύεται.
Παρά τον Α' Παγκ. Πολ. η παραγωγικότητα κι η ωριμότητά του ως καλλιτέχνη συνεχίζεται όπως πριν και μάλιστα καλείται να λάβει μέρος στη 49ην Έκθεση στη Βιέννη, με 15 αποδεκτούς πίνακες, που θα παρουσιάζονταν μάλιστα στη κεντρική σάλα. Επίσης, επιμελήθηκε της αφίσας της έκθεσης με θέμα τον Μυστικό Δείπνο και στη θέση του Χριστού, το πρόσωπό του. Είχε θριαμβευτικήν επιτυχία κι αποτέλεσμα είχε, την αύξηση της αξίας των πινάκων του και των παραγγελιών. Την ίδια χρονιά είχεν επιτυχημένες εκθέσεις σε Ζυρίχη, Πράγα και Δρέσδη. Είχε λάβει μέρος και στο παρελθόν σ' αρκετές εκθέσεις, ειδικά στο διάστημα 1910-4. (Βουδαπέστη, Πράγα, Κολωνία, Μόναχο και Παρίσι σε προσωπική έκθεση).
Το φθινόπωρο του 1918, η Ισπανική Γρίπη που σκότωσε πάνω από 20 εκατομμύρια πληθυσμού στην Ευρώπη, κτυπά και τη Βιέννη. Η Έντιθ ήταν 6 μηνών έγκυος όταν προσβλήθηκε και πέθανε στις 28 Οκτώβρη. 3 μέρες αργότερα, στις 31 Οκτώβρη 1918 την ακολούθησε κι ο ζωγράφος, στα 28 του μόλις χρόνια.
________________________________________________

Διαβάζοντας Πάντα Ποίηση: Βλαντιμιρ Μαγιακοφσκι



Σύννεφο με παντελόνια

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.

Θέλετε
θα 'μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα 'μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια

(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

"Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΜΟΥΣΑ, 1900-1950"

3 Σεπτεμβρίου 2010 - 21 Νοεμβρίου 2010

Δευτέρα: κλειστά,
Τρίτη-Σάββατο: 13:00-21:00,
Κυριακή: 11:00-19:00

Photo Gallery


Dame Laura Night, “Τρεις Χάριτες”


Επιμέλεια Έκθεσης: Αλεξάνδρα Van der Staaij

Το Μουσείο Ηρακλειδών θα παρουσιάσει από την 3η Σεπτεμβρίου 2010 έως την 21η Νοεμβρίου 2010 την έκθεση με τίτλο: "Η Γυναίκα ως Μούσα, 1900-1950". Θα εκτεθούν περί τα ενενήντα (90) έργα επί χάρτου - υδατογραφίες, χαρακτικά και σχέδια - της πρώτης πεντηκονταετίας του 20ού αιώνα, Ευρωπαίων καλλιτεχνών (συμπεριλαμβανομένων και Ελλήνων) από τη συλλογή του Μουσείου Ηρακλειδών, της Εθνικής Πινακοθήκης, της συλλογής Alpha Bank καθώς επίσης και από τις συλλογές των ιδιωτών Γεωργίου Οικονόμου και Χαράλαμπου Λεοντιάδη.


Αναλυτικότερα:

Από τη συλλογή του Μουσείου Ηρακλειδών παρουσιάζονται έργα των Pablo Picasso, Salvador Dali, Henri Matisse, Aristide Maillol, Henri de Toulouse-Lautrec, Paul Landacre, Dame Laura Knight, Theophile-Alexandre Steinlen και Childe Hassam.

Από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης φιλοξενούνται έργα των Pierre Bonnard, Henri Matisse, Gustav Klimt, Pablo Picasso, Egon Schiele, Jules Pascin, Γιάννη Μόραλη, Γιώργη Βαρλάμου, Γιώργου Οικονομίδη, Μάρκου Ζαβιτζιάνου, Εμμανουήλ Ζέπου, Δημητρίου Γαλάνη, Αλέξανδρου Κορογιαννάκη, Δημήτρη Γιαννουκάκη, Γιάννη Κεφαλληνού, Κώστα Γραμματόπουλου και Άγγελου Θεοδωρόπουλου.

Η συλλογή της Alpha Bank εκπροσωπείται από έργα των Σπύρου Βασιλείου, Δημητρίου Γαλάνη, Άγγελου Θεοδωρόπουλου, Δημήτρη Γιαννουκάκη, Γιώργου Οικονομίδη, Κώστα Γραμματόπουλου και Μάρκου Ζαβιτζιάνου.

Η συλλογή Γεωργίου Οικονόμου συμμετέχει με έργα των Franz von Stuck, Alfons Walde, Lev Tchistovsky, Anton Peschka, Otto Müller, Otto Rudolf Schatz, Arthur Brusenbauch, Max Beckmann, Jeanne Mammen, Béla Kádár, Jean Metzinger και Erich Metzoldt.

Η συλλογή Χαράλαμπου Λεοντιάδη συμμετέχει με το έργο "Η Παριζιάνα" του Δ. Γαλάνη.

Η γυναικεία μορφή έχει εμπνεύσει καλλιτέχνες όλων των ηλικιών και εθνοτήτων από την αρχαιότητα έως σήμερα. Η έκθεση “Η Γυναίκα ως Μούσα, 1900-1950” θα παρουσιάσει έργα παγκοσμίως γνωστών καλλιτεχνών του μοντερνισμού, τα οποία απεικονίζουν ποικίλους τρόπους απόδοσης της γυναικείας μορφής και αντικατοπτρίζουν τα κυρίαρχα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής τους. Η γυναίκα απεικονίζεται ως μητέρα, ερωμένη, φίλη ή ως η “εξ’ απορρήτων”. Είναι διαδοχικά περιποιητική, παραπλανητική, επίμονη ή συνωμοτική.

Το Μουσείο Ηρακλειδών ευχαριστεί τις κυρίες:

- Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, δρ. Iστορίας της Τέχνης,
Επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης
- Ειρήνη Οράτη, Ιστορικό Τέχνης,
Επιμελήτρια της συλλογής Alpha Bank
- Ειρήνη Δημητρακοπούλου, Ιστορικό Τέχνης-Αρχαιολόγο,
Επιμελήτρια της συλλογής Γεωργίου Οικονόμου

για την πολύτιμη συμβολή τους στην επιλογή των έργων και στην προετοιμασία της έκθεσης.

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Άγιος των ημερών



Time is on my side, Rolling stones

Όποιος τον χρόνο ανακαλύπτει πάλι είναι ένας άγιος του καιρού του
Όταν ο χρόνος παύει τα ρόλογια σταματούν να μετράνε τις στιγμές
Κι οι στιγμές μεμιάς διαστέλλονται ανοίγουν
Ατενίζουν με δέος την αιωνιότητα καθισμένες κάτω από τα κασώματα
Ελεύθερα φοβισμένες.
Του ρυθμού ο χρόνος και ο χρόνος του ρυθμού είναι η φθορά
Τι θα γινόταν αν όλοι ανάβαν την ίδια στιγμή ένα τσιγάρο με σπίρτα
Πως του χρόνου ο μάταιος ρυθμός θα κώπαζε
Κι εσύ μες της στιγμής την ιερότητα και στο σανίδι του θεατρικού εγώ σου
Τον χρόνο θα ανακάλυπτες πάλι
Θα γινόσουν ο άγιος των ημερών σου...............................................................................................................................................(σιωπή 2 λεπτών για να σπάσω το μένος του ρυθμού για να νιώσω το βάρος του χρόνου, την ποιητική σιωπή)
Όλα κερδίζονται στη σιωπή και στο χαμένο χρόνο
Τόση υπερβολή για ένα τέχνασμα για μία επινόηση
Τόση λατρεία για ένα ψέμα ένα κατασκεύασμα
Όλοι ανάβοντας κεράκια στο έλεος του
Όλοι κεράκια ιδρωμένα κάτω από το φως του
Ας είναι
Ανάβω ένα σπίρτο ενώ μου μιλάς
Ανάβω ένα τσιγάρο με σπίρτο την ώρα που όλοι μου μιλάτε
Εγώ δεν σας ακούω
Είμαι ο άγιος εκείνης της στιγμής
Για μένα εκείνη τη στιγμή υπάρχει Αυτό
Το σοβαρό για σένα είναι σοβαρό
Εγώ ανακαλύπτω το κενό
Χαλαρώνω τον ρυθμό την ταραχή σου στο χαλινάρι μου την έχω
Ασκητεύω Μαθητεύω στο κενό
Η σιωπή του χρόνου η παύση του ρυθμού είναι Θάνατος καλός
Ναι υπάρχει κι αυτός και καλό θα είναι να τον συνηθίζεις
Τα μεγάλα που λέγονται ή γίνονται έχουν μέσα τους ένα Θάνατο καλό
Έχουν τα αίματα από του χρόνου το μακελειό
Είναι τότε που κι η φύση σε συμβουλεύει μα δεν την ακούς δε βλέπεις
Αποτινάζει από πάνω τις ομορφιές ντύνεται άσχημη τα χρώματα σκουραίνει
Έως ότου νέοι σπόροι να βλαστήσουν
Και τούτοι οι νέοι σπόροι περικλείουν ένα Θάνατο καλό.
Και τώρα θα σπάσω τον ρυθμό
Σωπαίνω. ..Αυτό ήταν.....
Από την έμπνευσή μου θα προσπαθήσω πάλι να σωθώ.

[moth-man].

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Οι Σελίδες του Καπνού


Ο ποιητής Νίκος Καρούζος, πείσμων εξερευνητής του αινιγματικού χώρου που λέγεται στήθος, και μανιώδης καπνιστής (Γκολουάζ και Καρέλια Αγρινίου άφιλτρα), δεν άφησε τα τσιγάρα μακριά από τα ποιήματά του: «Μ' ένα ρομαντικό τσιγάρο θα άλλαζα διάβολε/ κατεύθυνση» («Ο χρόνος κακοποιός», Τα Ποιήματα, δεύτερος τόμος, εκδ. Ικαρος). Ο Τεοντόρ ντε Μπανβίλ, θρηνώντας για τον αφανισμό του δανδισμού σε μιαν ολοένα και πιο υλόφρονη και ωφελιμιστική κοινωνία, θα καταφύγει στα θέλγητρα του καπνίζειν προκειμένου να διαλαλήσει την περιφρόνησή του προς τη σκλήρυνση μιας τέτοιας οργάνωσης του υπάρχειν. Μάλιστα, θα μιλήσει για το τσιγάρο ως εάν να ήταν μια παθιασμένα ποθητή γυναίκα, μια θεσπέσια θριαμβεύουσα ερωμένη: «Με μια λέξη», γράφει, «όλοι θέλουν τα πάντα• ωστόσο, το τσιγάρο, που είναι η πιο αγέρωχη, η πιο θελκτική, η πιο απαιτητική, η πιο αγαπημένη, η πιο ραφινάτη των ερωμένων, δεν ανέχεται τίποτα που να μην είναι αυτή, και με τίποτα δεν συμβιβάζεται• εμπνέει ένα πάθος, η ερωμένη αυτή, που είναι απόλυτο, αποκλειστικό, λυσσαλέο σαν τη χαρτοπαιξία ή το διάβασμα».

Ομότεχνος του Καρούζου, του Μπανβίλ και του Μποντλέρ, ο συμβολιστής ποιητής Ζιλ Λαφόργκ θα δημοσιεύσει ένα σονέτο για τα τσιγάρα το 1880 - την εποχή που αυτά είχαν παγκοσμιοποιηθεί και ανήκαν πλέον σε όλους «χάρη στην επίδραση που είχε ο Πόλεμος της Κριμαίας στους Γάλλους στρατιώτες, οι οποίοι είχαν εθιστεί σ' αυτή την ακαταμάχητη απόλαυση από τους εχθρούς τους, τους Τούρκους, καθώς και χάρη στην επιρροή απόλυτων καπνιστών, όπως ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης και η Γεωργία Σάνδη, που κάπνιζαν πάνω από πενήντα τσιγάρα την ημέρα» (Ρίτσαρντ Κλάιν, «Τα Τσιγάρα είναι Θεσπέσια», μτφ. Γ.Ι.Μ., εκδ. Οξύ). Γράφει ο Λαφόργκ:

«Ναι, αφόρητα πεζός και βαρετός αυτός ο κόσμος - κι όσο για τον άλλον, κουραφέξαλα!
Εγώ αποτραβιέμαι, στη μοίρα μου αφήνομαι χωρίς καμιάν ελπίδα.
Και τον καιρό για να σκοτώνω, προσμένοντας το θάνατο,
Καπνίζω τσιγάρα λυγερά που ο καπνός τους μπαίνει στη μύτη των θεών.
Εμπρός, σεις ζωντανοί, στη μάχη, άμοιροι του αύριο σκελετοί
Ρίχνομαι στην άπειρη έκσταση εγώ, γαλαζωπών μαιάνδρων
Που στριφογυριστά στον ουρανό ανεβαίνουν κι εμένα με κοιμίζουν
Σαν από μύρια θυμιατήρια αρώματα που σβήνουν.

Αν ο Λαφόργκ μίλησε έτσι για το τσιγάρο, ο Στεφάν Μαλαρμέ θα εκθειάσει, επίσης με ένα ποίημα, ένα σονέτο, το πούρο - λεπταίσθητος καθώς ήταν, δεν θέλησε (καίτοι φανατικός καπνιστής σιγαρέτων) να επιδοθεί σε ομοιοκαταληξίες με το cigar -ette. Ο καπνός είναι και εδώ παρών, όπως παρούσα είναι και η ουσία του καπνίζειν, δηλαδή η εξοικείωση με τη φθορά, με την αναπότρεπτη παρέλευση του χρόνου:

Η ψυχή μας όλη συναγμένη
Σαν την εκπνέουμε αργά
Σε καπνού κάμποσα δαχτυλίδια
Σ' άλλα δαχτυλίδια αφανισμένα
Τούτο ένα πούρο μαρτυρά
Που καίγεται σταθερά, μόνον ενώ
Χωρίζεται η στάχτη ξαφνικά
Απ' το λαμπρό φλογάτο της φιλί.

Αλλού, ο Μαλαρμέ θα επιχειρήσει μια διάκριση ανάμεσα στα τσιγάρα και στο κάπνισμα ταμπάκου με πίπα, κατανέμοντας τα πρώτα στις θερινές και το δεύτερο στις χειμερινές του δραστηριότητες. Ιδού: «Χθες, βρήκα την πίπα μου καθώς ονειρευόμουν ένα παρατεταμένο βράδυ δουλειάς, όμορφης χειμερινής δουλειάς. Τα τσιγάρα, με όλες τις άλλες παιδιάστικες χαρές του θέρους, απορριγμένα είναι πια στο παρελθόν που φωτίζει τα γαλάζια φύλλα του ήλιου, και ξαναγυρίζω τώρα στη σοβαρή μου πίπα, όντας πάλι ένας σοβαρός άντρας που θέλει, προκειμένου να εργάζεται πιο καλά, να καπνίζει για ώρα πολλή ανεμπόδιστα».

Ο Σαρτρ, επίσης, θα συνδυάσει το καπνίζειν με το γράφειν - καίτοι το κάπνισμα είναι μια δραστηριότητα που αγγίζει την άρνησή της, είναι μία από τις τέρψης της τεμπελιάς, είναι μια σχεδόν μη-δράση, είναι δύσκολο να διανοηθούμε κάποιον συγγραφέα μη καπνιστή. Ο φιλόσοφος θα χαρακτηρίσει το καπνίζειν «οικειοποιητική καταστροφική αντίδραση», «μικρή αποτεφρωτική θυσία» και «θυσιαστική τελετουργία», ενώ το τσιγάρο ή την πίπα του «μικρού θερμαντήρα ανάμεσα στα δάχτυλα». Αφηγούμενος το πώς κάπνιζε ενόσω ατένιζε ένα τοπίο, εκδιπλώνει σκέψεις που συνδέουν το κάπνισμα με τη δεξίωσή μας ολόκληρου του κόσμου και με τη στάση μας απέναντι σε τούτη τη δεξίωση: «Μέσω του ταμπάκου που κάπνιζα ήταν ο κόσμος όλος που καιγόταν, που καπνιζόταν, που ανασχηματιζόταν σε αχνό, προκειμένου και πάλι να εισαχθεί εντός μου. Για να τηρήσω την απόφασή μου να κόψω το κάπνισμα, όφειλα να κατορθώσω ένα είδος απο-κρυστάλλωσης - δηλαδή, χωρίς να το συνειδητοποιήσω επακριβώς, περιόρισα τον καπνό στο καθεαυτό είναι του: σε ένα φύλλο που καίγεται. Εκοψα τους συμβολικούς δεσμούς μου με τον κόσμο, έπεισα τον εαυτό μου ότι δεν θα έχανα τίποτε από το θέατρο, από το τοπίο, από το βιβλίο που μελετούσα εάν τα αντιμετώπιζα χωρίς την πίπα μου - κατέληξα, δηλαδή, στο ότι πρέπει να έχω άλλους τρόπους κατοχής αυτών των αντικειμένων και όχι μέσω εκείνης της θυσιαστικής τελετουργίας».

Ετσι, ο Σαρτρ αποπειράθηκε να κόψει το κάπνισμα. Ματαίως! Οπως και ο Σάμιουελ Μπέκετ, έτσι και αυτός κάπνιζε έως τις τελευταίες ημέρες και νύχτες της ζωής του. Σε μια συνένετυξή του, στο ευρωπαϊκό Newsweek, ο Σαρτρ, ερωτώμενος ποιο ήταν το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή του, θα απαντήσει ανενδοιάστως: «Δεν ξέρω. Τα πάντα. Το να ζω. Το να καπνίζω». Λίγο περισσότερο χιουμορίστας, ο υπερρεαλιστής Αντρέ Μπρετόν θα μας προσφέρει την αθάνατη ρήση: «Σας ορκίζομαι, είμαι αθώος. Συγχέετε την κόρη του ματιού μου με τη φωτιά του τσιγάρου μου». Ο άλλος υπερρεαλιστής Ανδρέας, ο Εμπειρίκος, δεν θα πάψει να καπνίζει και να φωτογραφίζεται κρατώντας με ανυπέρβλητη κομψότητα (παρεμπιπτόντως, μονάχα ο ποιητής Βύρων Λεοντάρης τη συναγωνίζεται) το τσιγάρο του.

Το κάπνισμα είναι σχεδόν αναπόσπαστο στοιχείο της πνευματικής δημιουργίας, καλλιτεχνικής είτε φιλοσοφικής. Το κάπνισμα είναι ένα είδος παρηγορίας. Οι ποιητές και οι συγγραφείς ξέρουν τι σημαίνει να παρηγορείς και να σε παρηγορούν. Ξέρουν τι σημαίνει χρόνος, τι σημαίνει συνεχής εγγύτητα με τη ματαίωση και με το θάνατο, ξέρουν να βρίσκουν τρόπους ξεγελάσματος αυτών των άτεγκτων βεβαιοτήτων. Η Ανί Λεκλέρ θα φτάσει, μάλιστα, στο σημείο να αποφανθεί: «Το τσιγάρο είναι η προσευχή των καιρών μας» («Πυρογραφίες», μτφ. Ελένη Βέλτσου, εκδ. Καστανιώτης).

Στο ίδιο βιβλίο, η Λεκλέρ θα επιχειρήσει μια ταξινόμηση των τσιγάρων: «Θυμάμαι τώρα τη γεύση εκείνου του τσιγάρου, την αχρεία, ωμή γεύση του ψέματος. Δεν είναι ανώδυνο τσιγάρο. Πόσες ταινίες θα χάσουν τη γοητεία τους, πόσοι ήρωες την ένταση που προκαλούν, αν τους πάρεις το τσιγάρο από το στόμα. Είναι το τσιγάρο "Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ". Είναι το τσιγάρο του μπάτσου, του δημοσιογράφου, του κακού• το τσιγάρο κάποιου που είναι στα κόλπα, κάποιου ψυλλιασμένου. Είναι το τσιγάρο του πολιτικού, του επιστήμονα, του αγωνιστή, είτε άντρας είναι είτε γυναίκα. Είναι πάντα το τσιγάρο του στρατιωτικού, του αποικιοκράτη, του ιμπεριαλιστή. Είναι το φάντασμα μιας εξουσίας που την ποθείς, που φιλοδοξείς να την κάνεις δική σου, που καπνίζεται τόσο πολύ ώστε καταλήγει να πάρει σχήμα και μορφή, να γίνει στερεό». Και αλλού, προς το τέλος του βιβλίου της, θα μιλήσει για τη σχέση του αέρα με τον καπνό, του τσιγάρου με την ανάσα, όπως συμπλέκονται - σαν εχθρικές πραγματικότητες, θανάσιμα εχθρικές θα μπορούσαμε να πούμε - στο ίδιο μας το κορμί: «Αέρας, Air». Θαρρείς κι είχε λησμονηθεί ακόμα και η λέξη αυτή. Η μικρή παράξενη λέξη. Μια έωλη λέξη, ξέχωρη από τις άλλες λέξεις, αποτραβηγμένη. Μια δροσερή λέξη, εναρκτήρια, ημιτελής, που αχνοφαίνεται μονάχη της ανάμεσα στη γλώσσα και τον ουρανίσκο, μια τόσο ανάλαφρη λέξη, τη λες, την προφέρεις κι είναι κιόλας στον αέρα. Μια πουπουλένια λέξη. Μια λέξη σαν πουλί. Αέρας... Δεν κάπνιζα άραγε για να επανορθώσω τούτη τη λησμοσύνη, για να θυμίσω στον εαυτό μου τον αέρα, το λαρύγγι, τα πνευμόνια; Δεν κάπνιζα για να περάσει μέσα μου, για να κυκλοφορήσει εντός μου και να ανταλλαγεί; Δεν είναι πάντα διασκεδαστικό να είσαι ο εαυτός σου. Να είσαι μονάχος, μοναδικός, απομονωμένος. Πρέπει να έχω καπνίσει για να πασχίσω ν' ανοίξω το κέλυφος, ν' ανοίξω διάπλατα το βαρύ, δυσβάσταχτο δισάκι των αισθημάτων, της τροφής, των σκέψεων. Να καπνίσω για ν' αποπειραθώ, ξανά και ξανά, μιαν έξοδο από τούτο τον εαυτό-δοχείο, τον εαυτό-σκουπιδοντενεκέ, τον εαυτό-ναό. Να σηκώσω το καπάκι της πνιγηρής επαναληπτικότητας. Να καπνίσω για να περάσω στην άλλη όχθη. Και ν' ανασάνω πέρα ακόμη κι απ' την ανάσα».

Ο Ρίτσαρντ Κλάιν, ο οποίος, προκειμένου να κόψει επιτέλους το κάπνισμα, στρώθηκε κι έγραψε ένα θαυμάσιο βιβλίο στο οποίο εγκωμιάζει ποικιλοτρόπως τα τσιγάρα, τα πούρα και το ταμπάκο, θα εξάρει τη σημασία του καπνίζειν ως τρόπου κατευνασμού της αγωνίας, της αναμονής, του φόβου. Ακόμη, σχολιάζοντας ένα μικρό ποίημα του Τσαρλς Φ. Λούμις (το «My Cigarette»), θα αποτολμήσει πυκνές σκέψεις για τα «μαγικά ραβδιά», τα τσιγάρα: «Τα τσιγάρα είναι πύρινα ραβδιά, με τα οποία μπορείς να καλέσεις το μέλλον και να το διευθύνεις• είναι λεπτοί, λευκοί προωθητήρες της προβλεπτικής σκέψης και των δημιουργικών υποθέσεων, όργανα εκστατικής προβολής μακριά από το παρόν σε έναν χρόνο μέλλοντα όπου το παρόν παύει, για μια στιγμή, να υπάρχει. Η μαγεία τους αντλείται ίσως από την ικανότητά τους να ημερεύουν την αγωνία που προκαλείται από τη σκέψη του μέλλοντος. Σου επιτρέπουν ήρεμα να προβάλεις τον εαυτό σου σε πιθανούς μελλοντικούς κόσμους που ενδέχεται ποτέ να μην υπάρξουν αλλά, όσο διαρκεί ένα τσιγάρο, είναι εκεί, είναι παρόντες - περισσότερο οικείοι από όσο η παρούσα στιγμή. Οι καπνιστές, όταν παίζουν σκάκι ή γράφουν ερωτικές κάρτες, καπνίζουν αδιάκοπα• το ίδιο και οι δημοσιογράφοι και οι ηθοποιοί στα παρασκήνια».

Τι άλλο μπορεί να είναι ένα τσιγάρο; Ας θυμηθώ μια παλιά απάντησή μου, πάνε χρόνια. Τι είναι το τσιγάρο, λοιπόν; Και τι δεν είναι; Οσα τα τσιγάρα τόσες και οι χρήσεις ή οι αντιχρήσεις τους. Κάθε Παρασκευή θάβει μια Πέμπτη, μας θυμίζει αδυσώπητα ο Τζέιμς Τζόις, κι αν δεν πίνεις, αν δεν τρως, αν δεν ερωτεύεσαι, αν δεν γράφεις, κι αν δεν καπνίζεις, πώς, άνθρωπος πράμα, ν' αντιμετωπίσεις μια τέτοια συντριπτική σκληρότητα; Μνεία θανάτου, αλλά και τάνυσμα της ζωής, στοίχημα αδιάκοπο με τα όριά μας, αλλά και αγέρωχο ξόδεμα, παιγνιώδης σπατάλη, το τσιγάρο βοηθάει το homo-χώμα να διασκορπίζει το «καταραμένο απόθεμα», το άχθος της παραπανήσιας υγείας που καταντάει, ενίοτε, ανυπόφορη μπροστά στο απόλυτο μαύρο του θανάτου. Το τσιγάρο, όπως και ο αχώριστος σύντροφός του, το ποτό, μας εμβολιάζει με μικρές δόσεις θανάτου, κάνει το θάνατο ορατό, όπως θα έλεγε κι ο Νίκος Καρούζος, ώστε να τον αντέχουμε προκαλώντας τον, να τον προκαλούμε πριν μας προκαλέσει, να φθείρουμε εν τέλει εμείς πρώτοι την απόγνωση της αμετάκλητης φθοράς. Το τσιγάρο είναι αυτό το τέχνασμα, αυτή η «φάμπρικα» που βρήκαμε για να «χαλάμε το χρόνο», με ένα είδος απολαυσιακής αυθάδειας μάλιστα, προτού ο χρόνος χαλάσει εμάς. Με όπλο το τσιγάρο, δίνουμε μάχες ενάντια στο χρόνο, επιμηκύνουμε τα δευτερόλεπτα, υψώνουμε ένα προπέτασμα καπνού για να προφυλαχτούμε από το καταδικαστικό βλέμμα της Ειμαρμένης. «Η στάχτη είναι το αντίο του τσιγάρου», συνόψισε αποφθεγματικά ο Ραμόν Γκομέθ ντε λα Σέρνα, και η ζωή μας είναι ένα γαϊτανάκι από μικρά και μεγάλα αντίο που το τσιγάρο τα κάνει λιγότερο οδυνηρά.


ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ
[Δημοσιευμένο πριν από δέκα χρόνια στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας]

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

Της Νύχτας η Πόιηση είναι Της Ποίησης το Φως



Ανδρέας Εμπειρίκος

Στροφές στροφάλων


Στον Λεωνίδα Α. Εμπειρίκο

Ως υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Οι αύρες μάς εγνώρισαν και λύνουν τα μαλλιά τους
Προστρέχουν κι αυτές και πλαταγίζουν οι πτυχές τους
Λευκές οι μεν και πορφυρές οι δε
Πτυχές κτυποκαρδιών πτυχές χαράς
Των μελλονύμφων και των παντρεμένων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
Και πώς ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία κι ανεβαίνει
Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας
Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη
Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα
Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη
Κι όπως στο χέρι του η στιλπνή κι αλάνθαστή του σπάθα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων
Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου
Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν
Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια
Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις
Αφρό δεξιά κι αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Θαρρώ πως τα ταξείδια μας συμπίπτουν
Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις
Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη
Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη
Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις
Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς
Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια
Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια
Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
Οι στεριανές κοπέλλες τα μαλλιά τους.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας
Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα-πλώρα
Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών
Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια
Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω
Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη
Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια
Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.