Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

Μεσημεριανή αποκάλυψη


Μεσημέρι
και τι ωραία λέξη!
κι ο ήλιος αμέσως χιμάει
απάνω μου
σαν δυο φίλοι που ν’ανταμώσουν είχαν για καιρό.
Πόσο ξεχάσαμε το μεσημέρι
στην κυκλική σιγή της μέρας
κανείς δεν το αναφέρει
έγινε απλά μια λέξη
μεσημέρι.
Μεσημέρι του χρόνου το καλέμι
που κόβεις της μέρας τα ποδάρια
στα δυο
εσύ που σβήνεις το φως
σαν έρχεται το δειλινό.
Σαν χρώμα είσαι πορτοκαλί
Σαν σώμα πλαδαρό
Σαν σκέψη ακαθόριστη
χαοτική
αόριστη.
Μεσημέρι
που κρατάς την ενότητα
του κόσμου
πάση θυσιά
κάθε μέρα
με μανία
σταθερή.
στον ίσκιο σου
βασιλεύει ο ύπνος ο ηδύς
και στα βλέφαρά σου
δίκαια μοιράζεις το
ημεροστάσιο της ζωής.
Σκυλί του χρόνου δεν σκούζεις
Δεν παραπονιέσαι
Δεν ζητάς.
Μεσημέρι
λουλούδι ξερικό
συ που αντέχεις και βάστας
τον ήλιο κει ψηλά
απλά μια λέξη
έγινες
στης ζωής τα λεξικά.
απλά μια λέξη.
Σε ξεχάσαμε οι διαβάτες
κανείς δεν κατεβαίνει να θαυμάσει
σε εκτόπισε η πρώτη γέννα της ημέρας
και το τελευταίο φως.
Μα εσύ θα συνεχίζεις τις μέρες μας
στα δυο να σχίζεις
Καρφάκι δεν σου καίγεται
σου χρωστάω κι αν δεν σε νοιάζει
Ένα ευχαριστώ.
Μεσημέρι που γινες
Ξερονήσι ερημικό
Κατεβαίνω
κάνω στάση μόνος μου
μένω σε εσένα
και μαγεύομαι από της ανεξαρτησίας σου το φως

[moth-man].

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Ανδρέας Εμπειρικος Πάλι και Πάλι και Πάλι


απόσπασμα απο το Μέγα Ανατολικό

"... Εις την μεγάλην και απλέτως φωτισμένην αίθουσαν των εορτών του υπερωκεανείου, η ορχήστρα έπαιζε και αναρίθμητα ζεύγη εστροβιλίζοντο επί του στιλπνού δαπέδου.
Απαντες σχεδόν οι άνδρες και πάντως όλοι οι Βρεταννοί έφερον φράκα, πλην ολίγων αξιωματικών, των οποίων τα ερυθρά χιτώνια και αι χρυσαί επωμίδες εξεχώριζαν κατά τρόπον όχι μόνον αρειμάνιον αλλά και πανηγυρικόν, εις την ομοιομορφίαν και την μονοτονίαν των άλλων ανδρικών ενδυμάτων.

Αι κυρίαι έφεραν πολυτελείς και όλων των χρωμάτων εξώμους εσθήτας, που άφηναν να φαίνωνται προκλητικώς και εις μέγαν βαθμόν αι άνω στρογγυλότητες των περιπαθώς συνθλιβομένων υπό την πίεσιν των κορσέδων ωραίων των μαστών (...)
Γαλάζια, πράσινα, λευκά, και, πού και πού, μερικά κατάμαυρα ή ζινζολινόχρωμα, τα κρινολίνα και τα άλλα φορέματα διέγραφαν τόξα και εκυμάτιζαν, διογκούμενα και κολπούμενα εις τα πτυχάς και τας πτυχώσεις των, και ανασηκωνόμενα από την φυγόκεντρον ζωηρότητα των στροβίλων του βαλλισμού, αποκαλύπτοντα δια της ούτω προκαλουμένης συχνά σημαντικής ανυψώσεως των ποδογύρων, τους αστραγάλους, και ενίοτε και μέρος των κνημών των χορευτριών, των οποίων τα αστράπτοντα μάτια έδειχναν, άλλα μεν τον βαθμόν της ρομαντικής των νοσταλγίας, άλλα δε, την γεννωμένην ή προκεχωρημένην αισθησιακήν διέγερσιν, ενώ άλλα πάλιν, βελούδινα και δύοντα ηδυπαθώς υπό τα βλέφαρα, έδειχναν έντονον έξαρσιν ιμερικήν, προδίδοντα ραγδαίως προσεγγίζουσαν ή επικειμένην, ή εν τω γίγνεσθαι ήδη ευρισκομένην, υγράν οργαστικήν έκβασιν εις τας αγκάλας των ανδρών.Και ενώ εξηκολούθει ο βαλλισμός, άλλοι μεν άνδρες εκοίταζαν με περιπάθειαν, ή με βλέμμα οξύ τας ντάμας των εις τα μάτια, άλλοι κάτι ψιθυρίζοντες και άλλοι σιωπηλοί. Τινές εξ αυτών είχαν μερικάς ή πλήρεις στύσεις, αι οποίαι έκαμναν τας περισκελίδας των να εξογκούνται εις ποικίλους βαθμούς και τας οποίας, άλλοι μεν προσεπάθουν να δαμάσουν, ή, τουλάχιστον, να αποκρύψουν, άλλοι δε - οι πλέον φιλήδονοι ή θαρραλέοι - προσεπάθουν, αντιθέτως, να τας καταστήσουν όσον το δυνατόν πλέον εκδήλους και πλέον αισθητάς, εις τα ωραίας ντάμας των.Η Φλώσσυ, ισταμένη από ημισείας περίπου ώρας προ της παραφωτίδος που είχε εκλέξει, εις το κατάστρωμα, επί μιας μικράς βαθμίδος που εσχημάτιζαν εις την βάσιν του ξυλίνου τοιχώματος, καθ' όλον το μήκος της αιθούσης δύο κεκαλυμμένοι σωλήνες ατμού, παρετήρει έκθαμβος τον μεγάλον χορόν, από τον οποίον την εχώριζαν το τοίχωμα, το παχύ κρύσταλλον του φινιστρινίου και αι σκληραί απαγορεύσεις των προνομιούχων ενηλίκων.Ω, τι ωραία που ήτο η μαμά της! Τι ωραία που ήσαν τα αναδυόμενα από την σύνθλιψιν του σφικτού κορσέ της, μέσα από το ευρύ άνοιγμα του ντεκολτέ της μαύρης εσθήτος της, λευκά, λευκότατα βυζιά της! Παρά τα 35 χρόνια της, τι ευκαμψίαν και τι σβελτέτσαν που είχε το σώμα της! Τι ωραία που εχόρευε με τον Σκώτον κύριον, εις τον οποίον την είχε συστήσει, το απόγευμα, εις το κατάστρωμα. Και τι συμπαθής που ήτο αυτός ο κύριος Μακ Γκρέγκορ! Και πώς, ως πώς, εκοίταζε την μητέρα της συνεχώς, καθώς εστροβιλίζετο μαζύ της! Θα ήτο άνδρας περίπου 48 ετών ο κύριος Μακ Γκρέγκορ, και έμοιαζε αρκετά με τον πατέρα της. Τί ήθελε αυτός ο στιβαρός και δυνατός άνδρας από την μαμά της; Διότι ήτο βεβαία η Φλώσσυ, ότι κάτι ήθελε ο Σκώτος συγγραφεύς από την Γερτρούδην...Κάτι που της το έλεγε, όχι μόνον με τα χείλη του, που εφαίνοντο να σαλεύουν, αλλά και με τα μάτια του, και με το ύφος του και, προ πάντων, με την μεγάλην πούτσαν του, που, εις ωρισμένας στιγμάς του βαλλισμού, εφαίνετο καθαρά πόσο είχε μακρύνει και φουσκώσει...Αλήθεια, τί ήθελε ο κύριος Μακ Γκρέγκορ από την μητέρα της; Μήπως ήθελε να της το κάμη; Μήπως ήθελε να την γαμήση, να την πλακώση; Τί θα έλεγε άραγε ο κύριος Μακ Γκρέγκορ, εάν εμάνθανε ότι προ μιάς και ημισείας ώρας, η μαμά της, αυτή η σοβαρή και ευγενική κυρία, είχε κάμει και αυτή μαλακίαν, όπως τα μικρά καυλιάρικα κορίτσια;Τοιουτοτρόπως σκεπτομένη, η Φλώσσυ ερρίγησε από την ζωηράν συγκίνησίν της. Όμως, παρ' όλον ότι ησθάνετο σφοδράν ζηλοτυπίαν, παρ' όλον ότι θα ήθελε αυτήν να ποθή ο κύριος Μακ Γκρέγκορ και όχι την Γερτρούδην, δεν κακοήθελε πλέον καθόλου την μητέρα της. Τώρα πλέον τα καταλάβαινε όλα, όλα τα εννοούσε, και παρά την ζήλειαν της, ησθάνετο αλληλέγγυος με την ωραίαν γυναίκα, με την οποία εχόρευε ο Σκώτος.

Αλλωστε ο κύριος Μακ Γκρέγκορ θα ημπορούσε κάλλιστα, ωσαύτως, να γαμήση πρώτα την μάνα της και έπειτα και αυτήν..."

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Ποίηση: Κώστας Μόντης (18 Φεβρουαρίου 1914 - 1η Μαρτίου 2004)


ΝΥΧΤΕΣ

Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρο ή όπου αλλού.
Όμως όταν τελειώσουν όλα,
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν
και πουν οι φίλοι καληνύχτα
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότε θα λογαριαστείτε,
θες ή δεν θες θα μπουν κάτω όλα να λογαριαστείτε.
Θα ‘ σαι μονάχος.
Κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα
κι απ’ τη δουλειά σου και άλλες φίλους.
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θα ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό και σε περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Μέγας Ανατολικός, Ανδρέας Εμπειρίκος

... "... όμως και εις τας άλλας, μεταξύ του θαλαμηπόλου και της Φλώσσυ ερωτικάς παιδιάς, υπήρχαν ποικίλοι τρόποι απολαύσεως. Εκτός από τους συνήθεις αυνανισμούς τούς εκτελούμενους ταυτοχρόνως, των δύο συναιτέρων καθημένων έναντι του μεγάλου κατόπτρου της πολυτελούς τουαλέττας...

... ο υπηρέτης εκάθητο έναντι του λαμπρού κρυστάλλου και ηυνάνιζε την παίδα, ορθίαν ή καθημένην καταλλήλως, ώστε να βλέπη και αυτή και αυτός το αιδοίον της και την ψωλήν του...

... η Φλώσσυ τον ηυνάνιζε με την σειρά της, ή και οι δύο ηυνάνιζαν αλλήλους συγχρόνως, παρατηρούντες με άκρως τεταμένην προσοχήν εις τον καθρέπτην, ουχί μόνον την πρόστριψιν των ερωτικών οργάνων των, αλλά και όλους τους σπασμούς, τας αναπάλσεις και τους κλονώδεις ωθισμούς των σωμάτων των, καθώς και τας περιπαθείς εκφράσεις, τας άκρως λαγνικάς, που έφερνε εις τα πρόσωπά των η βαθμιαία αύξησις και έντασις της ηδονής που ο ένας προσέφερε εις τον άλλον, μέχρι της τελικής αναπηδήσεως του σπέρματος και της ολοκληρώσεως του θηλυκού οργασμού..."

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Το blues των ξενοδοχείων




Τα σεντόνια των ξενοδοχείων
ήταν
Είναι
και θα είναι
ένα καλοσιδερωμένο άσπρο πουκάμισο
όπου ξαπλωμένος νιώθεις ότι κωπηλατείς
πάνω στα τεντωμένα μανίκια του
που φαντάζουν σαν όχθες λίμνης
Τα δωμάτια των ξενοδοχείων
Ήταν
Είναι
Και θα είναι
Χώροι λευκοί με καφέ αντανακλάσεις επίπλων
Όπου καθώς μπαίνεις με τα μάτια κλειστά
Μπορείς να προβλέψεις το καθετί
Καμία έκπληξη, καμία προσδοκία.
Γεμάτα με ανταύγειες διάφανων φωτιστικών
Ποτέ να μην φθάνουν, να μην αρκούν.
Τα δωμάτια των ξενοδοχείων είναι ένα τίποτα
Γίνονται ότι είσαι εσύ
Άλλα γίνονται ανάσες
Άλλα ουρλιαχτά
Άλλα ροχαλητά
Άλλα βογκητά
Άλλα μουγγά κι άλλα πολύβοα και τρελά.
Τα κρεβάτια των ξενοδοχείων
Ήταν
Είναι
Και θα είναι
Πάντα κοντά
Κι ο ύπνος σ’αυτά ποτέ βαθύς
Ποτέ ικανός καθώς
προσπαθούν να γνωριστούν τα πόδια σου
και το κεφάλι σου με την απόσταση απ'τον τοίχο

Τα δωμάτια των ξενοδοχείων γίνονται
Ότι κι εσύ
Από μόνα τους δεν είναι τίποτα
Και δεν είναι τίποτα
Επειδή συνήθως είναι μόνα τους
Ή επειδή σε κεινα μένουν
Τόσοι
Και τόσοι
Διαφορετικοί
Ώσπου δεν προλαβαίνουν
Να γίνουν κάτι
Κάθε που γεμίζουν
Με κάποιο εσύ.

[moth-man].

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Ποίηση Πάντα Ποίηση, Μόνο Ποίηση: Νίκος Εγγονόπουλος



ο Μαθητευόμενος της Οδύνης

ξεκίνησε αυγή
-χαράματα-
να κλέψη
τ΄'αστρα
ξεκίνησε
νύχτα
και σκότωσε
όλα τα
όνειρα
αυτό το άγαλμα

-και μπλέχονταν
ως βάδιζε
τα γυμνά πόδια του
στους βάτους
και μάτωναν στ' αγκάθια

και τα ευγενικά ευλογημένα χέρια του
ίδια πουλιά της Άνοιξης χάιδευαν
τα γεράνια π'όνομάτιζε μια νύχτα αγάπης
και του παρθενικού ονειροκρίτη της
τις βαθειές πόρπες
και των βυζιών της τις κραυγές
τις κόκκινες
και τους κρυφούς
θυσάνους

μελωποιημένο από Πουλικάκο-Socos στο http://www.youtube.com/watch?v=2L617GT9weU&feature=related

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Προσωπογραφίες: Ουίλιαμ Μπάροουζ


αναδημοσίευση από το blog la vie est belle et facile
κείμενο-παρουσίαση Γ.Ι.Μπαμπασάκης.

Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ: Ο Παππούς Όλων Μας

Στη μνήμη του φίλου μου, Νίκου Μπαλή


Υπάρχουν επαναστάτες που από μόνοι τους αποτέλεσαν μιαν ολόκληρη Κεντρική Επιτροπή (κλασικό παράδειγμα: ο Γκυ Ντεμπόρ). Υπάρχουν συγγραφείς που από μόνοι τους αποτέλεσαν μια ολόκληρη σχολή (κλασικό παράδειγμα ο Μπόρχες). Υπάρχουν καλλιτέχνες που από μόνοι τους αποτέλεσαν ένα ολόκληρο κίνημα (κλασικό παράδειγμα: ο Μαρσέλ Ντυσάν). Υπάρχει μία προσωπικότητα, μια εμβληματική μορφή του Εικοστού Αιώνα που υπήρξε και τα τρία, και όχι μόνο στο συμβολικό επίπεδο: επαναστάτης, συγγραφέας, καλλιτέχνης, και, συνάμα, κεντρική επιτροπή, σχολή, κίνημα. Άκουγε στο όνομα Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ. Επηρέασε τους πάντες και τα πάντα. Επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την τέχνη, επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη ζωή. Επηρέασε το γράψιμο, την εικαστική έκφραση, τον κινηματογράφο, το ροκ. Ανακάτεψε την τράπουλα ξανά. Ανέτρεψε τα δεδομένα. Ήταν από εκείνους που δεν παίζουν με τους κανόνες αλλά τους αναδημιουργούν, τους επινοούν, και τους επιβάλλουν – όχι με τη βία, αλλά με μια σπάνια μειλιχιότητα, με μια καταλυτική και ακαταμάχητη ηδύτητα. Ο Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ.

Και τι δεν ήταν; Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, λαμπρός φοιτητής, ένας απ’ τους γενάρχες του κινήματος των Μπιτ, ακούσιος φονιάς της συζύγου του, ποιητής, περιπλανώμενος, ιδιωτικός ντετέκτιβ, απολυμαντής, αέναος πειραματιστής, ανατρεπτικός μελετητής της γλωσσικής λειτουργίας, εικαστικός καλλιτέχνης, και τόσα άλλα. Σωστά, πολύ σωστά, η ιέρεια του αμερικανικού πανκ, η Πάτι Σμιθ, λέει: «Ήταν ο παππούς όλων μας». Χώθηκε στο λαβύρινθο των τεχνητών παραδείσων αλλά δεν χάθηκε. Βρήκε την Αριάδνη του, το γράψιμο, και βγήκε από κει. Φαίνεται ότι για τα δημιουργικά πνεύματα ο λαβύρινθος της Τέχνης είναι πιο θελκτικός, πιο απαιτητικός, πιο περίπλοκος. Έως το θάνατό του, ο Ουίλιαμ Σιούαρντ, όπως και ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ο λατρεμένος του, παρέμεινε σ’ αυτόν το λαβύρινθο, στο Λαβύρινθο της Στρατιάς των Είκοσι Τεσσάρων Γραμμάτων. Αυτοί οι δύο Ουίλιαμ Σ. είχαν πολλά κοινά (να ποια θα ήταν η υπέρτατη φιλοφρόνηση για τον πρώτο Ουίλιαμ Σ. – μια τέτοια συσχέτιση με τον Μεγάλο Βάρδο θα τον έκανε πάντα ευτυχή). Το κυριότερο κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν η επίγνωση ότι γράφοντας αλλάζουν την τάξη του κόσμου, κινούν τον κόσμο έστω κατά ένα εκατομμυριοστό της ίνστας, όπως έλεγε ένας άλλος ποιητής. Λιγότερο από ένα χρόνο προτού πάρει τα χειρόγραφά του παραμάσχαλα και πάει να συναντήσει στις Βιβλιοθήκες του Ουρανού τον Τζέιμς Τζόυς και τον Τζόζεφ Κόνραντ, ο συγγραφέας του «Τόπου των Νεκρών Δρόμων» σημείωνε στο ημερολόγιό του: «Ναι, για όλους εμάς της Συμμορίας Σαίξπηρ, το γράψιμο είναι αυτό ακριβώς: όχι μια φυγή από την πραγματικότητα, αλλά μια απόπειρα να αλλάζουμε την πραγματικότητα». Γι’ αυτό και ο Μπάροουζ δεν ακολούθησε πορεία γραμμική, προβλέψιμη, βατή. Αλλά τεθλασμένη, όλο ποιοτικά άλματα, γεμάτη απρόβλεπτα, με αλλεπάλληλους ελιγμούς και σχεδόν πολεμικού τύπου τακτικές και στρατηγικές. Ήταν κάτι πέρα από συγγραφέας, μολονότι θεωρούσε ύψιστη τιμή αυτό που είχε δηλώσει ο Μπέκετ για τον Μπάροουζ: «Ναι, είναι ένας συγγραφέας».

Ο Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ ο Δεύτερος, γεννήθηκε στο Σαιντ Λούις του Μισούρι, στις 15 Φεβρουαρίου του 1914. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σ’ ένα παλιό τρίπατο τούβλινο σπίτι, με πρασιά στην πρόσοψη, με πίσω αυλή, με κήπο, μια μικρή λιμνούλα με ψάρια, αλλά και ανάμεσα στην αδιάκοπη ταραχή που προκαλούν οι αλλεπάλληλοι εφιάλτες και την μαγεία των καλών ονείρων που είναι, όπως ξέρουμε, «η αστρόσκονη της ύλης». Την ύστερη ωριμότητά του, και σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά βιβλία του, στις «Πόλεις της κόκκινης Νύχτας» (εκδ. Απόπειρα, μτφρ. Νίκος Ρέγκας και Δημήτρης Κουμανιώτης), απολαμβάνουμε ένα πορτρέτο του μικρού Ουίλιαμ των αρχών του αιώνα: «Κανείς δεν τον ήθελε για πολύ, παρ’ όλο που ήταν ένα όμορφο αγόρι με ξανθά μαλλιά και τεράστια γαλάζια μάτια σαν βαθιές λίμνες. Έκανε τους ανθρώπους να μην αισθάνονται άνετα. Υπήρχε πάνω του μια νωθρή ζωώδης ηρεμία. Άνοιγε το στόμα του μονάχα για να απαντήσει σε μιαν ερώτηση ή για να εκφράσει μιαν ανάγκη. Η σιωπή του έμοιαζε να κρύβει μιαν απειλή ή μιαν επίκριση. Κι αυτό δεν άρεσε στους ανθρώπους».

Όπως πολλοί συγγραφείς που σέβονται τον εαυτό τους, ο Μπάροουζ επέδειξε από μικρός μιαν αδιαφορία για τις αθλήσεις, τα ομαδικά παιχνίδια, τους εφηβικούς κομπασμούς. Του άρεσε να παίζει σκάκι, του άρεσε να απομονώνεται, του άρεσε να διαβάζει. Και πάνω απ’ όλα ήθελε να γίνει συγγραφέας. Ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Ανατόλ Φρανς, ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο Αντρέ Ζιντ, θα είναι απ’ τους πρώτους αγαπημένους του μάστορες του λόγου. Παρατηρούμε ότι κανένας δεν είναι Αμερικανός. Ήδη από τότε. Αλλά και αργότερα, ο Μπάροουζ, ένας συγγραφέας πάντα πρόθυμος να επιδαψιλεύσει φιλοφρονήσεις σε όσους καλλιτέχνες, φίλους και ανθρώπους εκτιμούσε, φρόντιζε να είναι στα γραπτά του παρόντες ο Αρθούρος Ρεμπώ, ο Ζαν Ζενέ, ο Σάμιουελ Κόλεριτζ, ο Τόμας ντε Κουίνσι, και, κυρίως (και σχεδόν σε όλα του τα βιβλία) ο Μεγάλος Βάρδος, ο άλλος Ουίλιαμ Σ., ο Σαίξπηρ. Ελάχιστοι Αμερικανοί, συνήθως συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών ή επιστημονικής φαντασίας δευτεροκλασάτοι, αγνοημένοι, λησμονημένοι, εμφανίζονται στο έργο του Μπάροουζ. Μία εξαίρεση (αλλά τι εξαίρεση!): ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Πάπα Χεμ, ο απόλυτος Άνθρωπος και Συγγραφέας, η κολοσσιαία προσωπικότητα που στοιχειώνει το μυαλό κάθε άντρα που έπιασε κάποτε χαρτί και μολύβι αποφασίζοντας να αφιερώσει τη ζωή του στο γράψιμο.
Ο Μπάροουζ θα σπουδάσει φιλολογία στο Χάρβαρντ, όπου θα διακριθεί. Συνεχίζει με σπουδές ιατρικής στη Βιέννη, ενώ μετέπειτα θα παρακολουθήσει σεμινάρια εθνολογίας και αρχαιολογίας. Θα ταξιδέψει. Πολύ. Στην Ευρώπη. Στη Νότιο Αμερική. Στη Βόρειο Αφρική. Θα καταγράφει διαρκώς τις εμπειρίες του, σε σημειωματάρια που με τον καιρό έγιναν μικρά εικαστικά έργα και που έμελλε να αποτελέσουν πολλές φορές το πρώτο υλικό για τα πρωτότυπα αφηγήματά του. Και είναι μία από τις χαρακτηριστικές μεθόδους του: η καταγραφή όσων βλέπει σε συνδυασμό με την καταγραφή όσων αισθάνεται βαθιά μέσα του, και όσων συνειρμών διεξάγονται εκείνη την ώρα στον εγκέφαλό του. «Είμαι ένα όργανο καταγραφής», θα πει ο Μπάροουζ. «Ένας χαρτογράφος, ένας εξερευνητής των περιοχών της ψυχής, για να χρησιμοποιήσω τη φράση του κυρίου Αλεξάντερ Τρόκκι, ένας κοσμοναύτης του εσωτερικού Διαστήματος».
Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, ο Μπάροουζ θα συνδεθεί φιλικά με τους Άλεν Γκίνσμπεργκ και Τζακ Κέρουακ, με τους οποίους θα αποτελέσει τον αρχικό και κεντρικό πυρήνα της περιλάλητης Γενιάς Μπιτ, εκείνου του κινήματος που έμελλε να συγκλονίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, αλλά και του 1960, όχι μόνο με τα έργα όσο με τον τρόπο ζωής και τις συμπεριφορές που προπαγάνδιζαν αυτά τα έργα. Ο αντικομφορμισμός, η παραβίαση κάθε λογοτεχνικού κανόνα χάριν της ανεμπόδιστης έκρηξης των δημιουργικών δυνατοτήτων, η διαρκής περιπλάνηση από τόπο σε τόπο, ένας ιδιότυπος νομαδισμός, η λατρεία της τζαζ και ο εκθειασμός της παραβατικότητας σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής αποτελούν τα κυριότερα χαρακτηριστικά του κινήματος. Ο Μπάροουζ θα είναι η πιο σεβαστή προσωπικότητα ανάμεσα στους άλλους μπιτ συγγραφείς και ποιητές, ο αδιαφιλονίκητος αντι-ηγέτης και κρυφός καθοδηγητής τους.
Είναι γνωστές οι περιπέτειές του με την ηρωίνη, με την πρέζα ¬ και ίσως συζητημένες περισσότερο από το τόσο ακραία πρωτότυπο και αιχμηρά κριτικό έργο του. Τις παρακάμπτουμε, λοιπόν, λέγοντας απλώς ότι αποτέλεσαν κι αυτές μια πρώτη ύλη που χειρίστηκε με θαυμαστή μεθοδικότητα και διαύγεια. Έγραψε το «Junky» (1953), αυτήν την παγωμένη αναφορά στον εφιαλτικό κόσμο της βελόνας και της σιωπής, της γυμνότητας των αισθημάτων και των αλλεπάλληλων χειραψιών με τον θάνατο, της τεχνητής υπνοβασίας και της άλγεβρας της ανάγκης. «Χρειάζομαι την πρέζα για να σηκωθώ από το κρεβάτι το πρωί, για να ξυριστώ και να φάω πρωινό. Τη χρειάζομαι για να μείνω ζωντανός». Ταξιδεύει εν τω μεταξύ: στον χώρο αλλά και στον χρόνο, στους τόπους του πλανήτη αλλά και στα τοπία του πνεύματος. Νέα Ορλεάνη, Μεξικό, Ταγγέρη, Παναμάς, Εκουαδόρ, Κολομβία, Περού. Μια άτυχη, τραγική στιγμή: στο Μεξικό ο Μπάροουζ, παίζοντας τον Γουλιέλμο Τέλλο, στήνει ένα ποτήρι στο κεφάλι της γυναίκας του, της Τζόαν Βόλμερ Άνταμς, σημαδεύει και πυροβολεί• αλλά η σφαίρα δεν βρίσκει το ποτήρι. Ο συγγραφέας θα ταλαιπωρηθεί για λίγο στις φυλακές και στα ψυχιατρεία. Μετά θα απελαθεί.
Ο Μπάροουζ θα είναι πια ένα εκκεντρικό εκκρεμές, ένας οδοιπόρος και εξερευνητής, κινούμενος ανάμεσα σε κοσμοβριθείς μεγαλουπόλεις, ερήμους και ζούγκλες. Γράφει, γράφει και γράφει. Το αχανές, αταξινόμητο, χαοτικό υλικό θα λάβει, με τον καιρό, μορφή. Ο Τζακ Κέρουακ θα επιχειρήσει μια κρίσιμη τακτοποίηση όλων εκείνων των εκρηκτικών σελίδων και θα τους προσφέρει το όνομα που τις έκαναν τόσο γνωστές: «Naked Lunch». Δεν είναι άλλο από το εφιαλτικό, πρωτότυπο, εκρηκτικό μυθιστόρημα «Γυμνό γεύμα» (1959), που μόλις κυκλοφόρησε και στα ελληνικά (εκδόσεις Απόπειρα, μτφρ. Γιώργος Γούτας, 2003). Ένα έργο τέχνης που αναγορεύτηκε σε οδόσημο της πρωτοπορίας του εικοστού αιώνα, εξίσου σημαντικό πια με το «Άσπρο Τετράγωνο σε Άσπρο Φόντο» του Καζιμίρ Μάλεβιτς, με τη σιωπή στη μουσική του Τζον Κέιτζ, με το μουστάκι στην Τζοκόντα του Μαρσέλ Ντυσάν, με το πειραματικό φιλμ χωρίς εικόνες «Ουρλιαχτά για χάρη του Σαντ» του Γκυ Ντεμπόρ. Όπως θα έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος, εδώ ο Μπάροουζ επιχειρεί «να γυμνάσει τη σκέψη σε απογύμνωση». Ο λόγος στο «Γυμνό Γεύμα» είναι φαινομενικά τραχύς, άμεσος, ωμός, ακαριαίος. Ο εφιάλτης είναι πάντα παρών, απαλλαγμένος από καρυκεύματα, γυμνός. Το χιούμορ αγγίζει τα όρια ενός αχαλίνωτου, αλλά μεθοδευμένου τελικά, σαδισμού. Ο Μπάροουζ εκθέτει φριχτά τις συνθήκες στις οποίες ζει ο σύγχρονος άνθρωπος. Τις εκθέτει με βάναυση ειλικρίνεια, με μιαν αμεσότητα που προκαλεί αλλεπάλληλα αφυπνιστικά σοκ. Τα ωμά γεγονότα περιγράφονται με ωμό τρόπο, απλώνονται στις σελίδες εντελώς γυμνά. Με έναν σχεδόν διεστραμμένο καταιγισμό αλλόκοτων εικόνων και περιστατικών, ο Μπάροουζ εξαπολύει το «κατηγορώ» του σε μια παραπαίουσα κουλτούρα και θέτει τα θεμέλια μιας διευρυμένης κοσμοαντίληψης που θέλει να καταργήσει τις πεπαλαιωμένες σχέσεις πνεύματος/σώματος, γλώσσας/επικοινωνίας, τέχνης/επιστήμης. Στο «Γυμνό Γεύμα» καταγγέλλονται ρητά οι υπερεξουσίες της ιατρικής, των αυταρχικών πολιτικών συστημάτων, της θρησκείας. Όπως και άλλα έργα του Μπάροουζ, αυτό το εμπρηστικό μυθιστόρημα είναι ένα θορυβώδες ελεγείο για τις χαμένες αξίες, μια αδυσώπητη καταγγελία για τα δεινά που σωρεύουν τα συστήματα ελέγχου και καταστολής, καθώς και μια προφητική δυστοπία.
Επί μία καθοριστική επταετία, ανάμεσα στο 1957 και το 1963, στρατηγείο του Μπάροουζ, και του κινήματος, θα είναι ένα ξενοδοχείο στο Παρίσι, ένα τότε άσημο, ρυπαρό, φτωχικό αλλά φιλόξενο καταφύγιο κάθε λογής εκπατρισμένων, ημιπαράνομων, μποέμ, κακόφημων, ψευτοκαλλιτεχνών. Η Μαντάμ Ρασού, η ιδιοκτήτρια, έμεινε στην ιστορία για την ευγένεια, την ανεκτικότητα, και την καλοσύνη με την οποία περιποιόταν την διόλου αξιοπρεπή και μάλλον θορυβώδη πελατεία της. Το ξενοδοχείο έμεινε στην ιστορία ως The Beat Hotel. Βρισκόταν σ’ ένα πολύ όμορφο σοκάκι, στη rue Git-le-Coeur, κοντά στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου, στο Pointe du Vert-Galant, στο Σηκουάνα. Εκεί θα συνεργαστεί με τον ιδιόρρυθμο συγγραφέα, ζωγράφο, καλλιγράφο και μουσικό Μπράιον Γκάιζιν, και θα επεξεργαστεί τις φημισμένες πια μεθόδους του cut-up και του fold-in.
Ακολουθούν οι γόνιμοι πειραματισμοί με τη μορφή ακριβώς για να μπορέσει να εκφρασθεί όπως αρμόζει το συνταρακτικό περιεχόμενο. Αρχίζουν να συντίθεται τα έργα εκείνα που είναι μυθιστορίες και συνάμα κοινωνιολογικές έρευνες, γλωσσολογικές καταβυθίσεις στο χάος της εποχής μας, αδιάλλακτα μανιφέστα εξέγερσης, τολμηρές διαγνώσεις, ψύχραιμες καταγραφές ασύλληπτων εμπειριών, διεξοδικά δοκίμια πάνω στη φύση και στον προορισμό του ανθρώπου. Με τη μέθοδο του cut-up και του fold-in, ο Μπάροουζ καταφέρνει να διεισδύσει στο οργιαστικό κενό αυτού του αιώνα, να διαβεί τις ναρκοθετημένες ζώνες του, να χαρτογραφήσει τις ανεξερεύνητες περιοχές του. Και θα είναι αμείλικτος, οδηγώντας ενάντια στην Αρρώστια του Ελέγχου και του Συστήματος έναν πάνοπλο ουλαμό, ένα πειθαρχημένο «τσούρμο» που απαρτίζεται από το Χιούμορ και την Αγανάκτηση, την Ακρίβεια της Επιστήμης και το Πάθος της Τέχνης (όπως έλεγε, όχι και τόσο στα αστεία, ένας άλλος μεγάλος συγγραφέας), τη Συγγραφική Ιδιοφυΐα και την Τόλμη της Πρωτοτυπίας. Ο Μπάροουζ γράφει, γράφει και γράφει, γιατί ζει και ζει και ζει: «Απολυμαντής», «Το εισιτήριό του εξερράγη», «Νόβα εξπρές», «Η μαλακή μηχανή», «Ο Ρούζβελτ πρόεδρος και άλλες ωμότητες», «Σε ποιον ανήκει η θανατηφόρος TV», «Η δουλειά», «Οι τελευταίες λέξεις του Ντατς Σουλτς», «Τα άγρια αγόρια». Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι η «Απόπειρα» και ο «Ελεύθερος Τύπος» κοινοποίησαν κάτω από όχι και τόσο ευνοϊκές συνθήκες το έργο του Μπάροουζ στη χώρα μας. Και ότι την περίπλοκη και δύσκολη γραφή του μετέφρασαν άρτια παθιασμένοι αναγνώστες του όπως ο μακαρίτης φίλος μας Νίκος Μπαλής, η Ιουλία Ραλλίδη, ο Γιώργος Γούτας, ο Γιάννης Τζώρτζης, ο Κώστας Ματσούκας, ο Βασίλης Κιζήλος,
Ύστερα από ένα τέταρτο του αιώνα, όλο εξορίες, περιπλανήσεις, περιπέτειες, ο Μπάροουζ θα επιστρέψει στην Αμερική. Θα πίνει πολύ βότκα. Θα κάνει περιοδείες διαβάζοντας δημοσίως αποσπάσματα από το έργο του. Ανάμεσα στα 1974 και 1987 διάβασε σε μεγάλα ακροατήρια 150 φορές, αποκομίζοντας 75.000 δολάρια. Το 1977, διάβασε μαζί με τον θρυλικό Τένεσι Γουίλιαμς, τον συγγραφέα του «Λεωφορείον ο Πόθος». Το 1981, διάβασε μαζί με τον μαιτρ του θρίλερ, τον Στήβεν Κινγκ. Η μορφή του θα επηρεάζει ολοένα και περισσότερο το ροκ. Ήδη οι Beatles τον είχαν συμπεριλάβει στο εξώφυλλο του «Sergeant Pepper Lonely Hearts Club Band», ενός από τους πιο ξακουστούς δίσκους στην ιστορία της μουσικής. Θα τον επισκέπτονται συχνά ο Φρανκ Ζάππα, ο Ντέιβιντ Μπερν, ο Ντέιβιντ Μπάουι, η Ντέμπι Χάρι (η φοβερή και τρομερή Μπλόντι), ο Ίγκι Ποπ, και, φυσικά, η Πάτι Σμιθ. Όλη η ενδιαφέρουσα σκηνή της Νέας Υόρκης θα πίνει νερό, κρασί, βότκα, τεκίλα και ουίσκι στ’ όνομά του!
Κι άλλοι θα έρθουν να τον συναντήσουν. Η Λόρι Άντερσον, η οποία θα συνεργαστεί με τον Μπάροουζ. Ο Τζον Κέιτζ, ο συνθέτης της πρωτοπορίας που εισήγαγε τη σιωπή στη μουσική. Ο «πάπας της ψυχεδέλειας» Τίμοθι Λήρυ. Ο μινιμαλιστής Φίλιπ Γκλας. Ο Μπάροουζ είναι πια ένας σταρ! Η περιλάλητη τηλεοπτική βεντέτα Λωρήν Χάτον θα τον παρουσιάσει σε ένα κοινό εκατό εκατομμυρίων θεατών. Θα πει ότι ο Ουίλιαμ Μπάροουζ είναι ο μεγαλύτερος συγγραφέας της Αμερικής. Και δεν είναι λίγο. Δεν είναι καθόλου λίγο αυτό.
Διάσημα πια ροκ και ηλεκτρονικά συγκροτήματα εμπνέονται από τον Μπάροουζ. Οι Soft Machine διαλέγουν τον όνομά τους από το μυθιστόρημά του με τον ίδιο τίτλο. Το κινηματογραφικό αριστούργημα της επιστημονικής φαντασίας «Blade Runner» παίρνει τον τίτλο του από ένα βιβλίο του. Η video art, το ηχητικό κολάζ της hip-hop και της electronica αντλούν από το έργο του Μπάροουζ πολλές θαυμάσιες στιγμές τους. Ο Κερτ Κομπέιν των Nirvana ηχογραφεί το «The Priest they call him», ένα εφιαλτικό σόλο ηλεκτρικής κιθάρας, με τον Μπάροουζ να απαγγέλλει. Ο σκηνοθέτης Γκας Βαν Σαντ τον καλεί να εμφανιστεί σε μια ταινία του. Ο Μπάροουζ και το έργο του είναι πια ένα και το αυτό.
Σε πρώτη φάση το έργο του αποτελεί διάγνωση της Μεγάλης Αρρώστιας του Αιώνα: έλεγχος, σύστημα, καταστολή, ΜΜΕ («η εικόνα είναι πρέζα», «παγκόσμια νάρκωση από τα εβδομαδιαία περιοδικά», «η τηλεόραση είναι θάνατος»)• ο ιός του Αουσβιτς, της Χιροσίμα, των γκούλαγκ πάντα παρών, πάντα απειλητικός. Σε μια δεύτερη φάση, ο Μπάροουζ προτείνει τρόπους καταπολέμησης της νόσου: διασάλευση των αισθήσεων, ψύχραιμη και μεθοδική απεμπλοκή από τη σκιά των συσχετισμών, από τα γρανάζια των συνειρμών που μας επιβάλλουν, από τη φοβία και τη φρίκη• ανταρτοπόλεμος στους κολοσσούς των ΜΜΕ, διασπορά ενθαρρυντικών ειδήσεων προς όσους επιμένουν να αντιστέκονται, απομάκρυνση από την κρύα ανάσα των καθημερινών θανάτων, «λύσις της συνεχείας του πνεύματος».
Παιδί και θραύσμα, μαζί με τον Μπόρχες, τον Μπέκετ και τον Μπάλαρντ, της λυτρωτικής έκρηξης που προκάλεσε το «Finnegans Wake» του Τζέιμς Τζόυς, ο Μπάροουζ θα δοκιμάσει κάθε τέχνασμα προκειμένου να μιλήσει για τα δεινά που σαλεύουν φρικιαστικά στη χοάνη του αιώνα μας. Το Νταντά και ο Υπερρεαλισμός αποτελούν τις δύο άλλες καθοριστικές επιρροές που δέχτηκε. Ο λησμονημένος (μάλλον ο άγνωστος) κόμης Αλφρεντ φον Κορζίμπσκι ¬ καταλυτικός πολέμιος της αριστοτελικής λογικής ¬ είναι πάντα η κρυφή αναφορά του. Ο Νίτσε και ο Γέρος του Βουνού, επίσης. Βαθιά ηθικός, όσο κι αν διασκεδάζει καταγράφοντας απτούς εφιάλτες, όσο κι αν μιλάει ολοένα για δυστοπίες, ο Μπάροουζ θα συνθέσει και το magnum opus του, την τριλογία «Οι πόλεις της κόκκινης νύχτας», «Ο τόπος των νεκρών δρόμων» και «Western Lands», και δεν θα πάψει να πειραματίζεται με τη ζωή και την τέχνη. Δεν θα πάψει να αγαπάει τους φίλους του. Δεν θα πάψει να αγαπάει τις γάτες. Τα τελευταία του λόγια, χαραγμένα στο ημερολόγιό του, στις 30 Ιουλίου του 1997, δεν θα πάψουν ποτέ να με συγκλονίζουν: «Τίποτα. Μήτε αρκετή σοφία, εμπειρία – τίποτα. Μήτε Άγιο Δισκοπότηρο, μήτε Ύστατο Σατόρι, καμία τελική λύση. Μονάχα σύγκρουση. Το μόνο που μπορεί ν’ ανακουφίσει τη σύγκρουση είναι η Αγάπη. Η Αγάπη. Τι να ’ναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο. Αυτό είναι. Η ΑΓΑΠΗ».

ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ