Έμιλυ Ντίκινσον :
«Η βασίλισσα του Γολγοθά»
Σήμερα θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες (αν όχι η μεγαλύτερη) ποιήτριες της Δύσης, αλλά το έργο της παρέμεινε άγνωστο όσο ζούσε και άρχισε να γίνεται σταδιακά γνωστό κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα ποιήματά της παρέμειναν αδημοσίευτα από δική της επιλογή και μόνο ένα μικρό μέρος ήταν γνωστό στον κύκλο της. Η ποίησή της έχει έντονα προσωπικό χαρακτήρα που κάνει σχεδόν αδύνατη την ένταξή της σε κάποια σχολή ή λογοτεχνικό ρεύμα της εποχής της. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα ποιήματά της δεν έβαζε τίτλους, γι` αυτό καταχωρούνται με τους αριθμούς που τους έδωσαν αυτοί που πρώτοι ανέλαβαν την έκδοση του έργου της μετά το θάνατό της. Η έρευνα γύρω από το έργο της συνεχίζεται και η βιβλιογραφία πυκνώνει, ενώ μεγάλη δυσκολία παρουσιάζει η ερμηνεία του. Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιάσουμε ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία που βοηθούν να στοιχειοθετήσουμε τη δική μας ερμηνεία για το έργο της και θα κάνουμε επίσης μία αναφορά στα βιβλία που κυκλοφορούν στα ελληνικά και τα οποία μπορεί να μελετήσει ο αναγνώστης.
Η Έμιλυ Ντίκινσον γεννήθηκε το 1830 στο Άμερστ, μια μικρή πόλη δυο χιλιάδων πεντακοσίων κατοίκων κοντά σε δάσος στην πολιτεία της Μασαχουσέτης. Ο πατέρας της ήταν επιτυχημένος δικηγόρος και ένα διάστημα είχε εκλεγεί αντιπρόσωπος του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον. Η μητέρα της ήταν μία νοικοκυρά που ζούσε στη σκιά του. Είχε έναν αδελφό μεγαλύτερο, τον Ώστιν και μία αδελφή μικρότερη, την Λαβίνια. Μεγάλωσε σε ένα αυστηρά καλβινικό περιβάλλον, όπου ο πατέρας ήθελε τα παιδιά του να διαβάζουν μόνο τη Βίβλο. Τα πρώτα βιβλία τα έφερνε στο σπίτι ένας μαθητευόμενος του πατέρα της, που τα έκρυβε σε ένα θάμνο δίπλα στην πόρτα. Μετά το πρώτο της βιβλίο η Έμιλυ αναλογίστηκε: «Να, τι είναι το βιβλίο, λοιπόν! Και υπάρχουν ακόμα ένα σωρό!» Φοίτησε σε προτεσταντικά σχολεία με εξαιρετικούς δασκάλους, όμως ήταν ώριμη από παιδί και έδειξε από νωρίς την ανεξαρτησία πνεύματος που τη χαρακτήρισε σε όλη της τη ζωή. Ήδη από τα δεκατρία της χρόνια αρνούνταν να πηγαίνει στις θρησκευτικές τελετές δημόσιας μετάνοιας, ομολογίας πίστης και τόνωσης του χριστιανικού φρονήματος, τα revival. Στα δεκαεφτά της, όταν πήγε στο πουριτανικής γραμμής παρθεναγωγείο Mout Holyoke, ένοιωσε να απειλείται η εσωτερική της ελευθερία.[1] Παρόλα αυτά η χριστιανική πνευματικότητα έπαιξε τεράστιο πόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς της, όχι όμως σαν συμμόρφωση και υποταγή, αλλά σαν προσωπικός στοχασμός και προβληματισμός.
Ερωτεύθηκε άνδρες που ήταν αδύνατο να παντρευτεί ή να έχει ερωτική σχέση μαζί τους (γιατί ήταν ήδη παντρεμένοι και ζούσαν σε άλλα μέρη μακρυά, ώστε μόνο η αλληλογραφία να είναι δυνατή), με αποτέλεσμα και το πάθος να διατηρεί και να μην χρειαστεί να κάνει συμβιβασμούς για να αρέσει ή να ικανοποιήσει. Έζησε όλη της τη ζωή στο μεγάλο πατρικό σπίτι μαζί με την αδελφή της που έμεινε κι αυτή ανύπαντρη, διαβάζοντας ασταμάτητα βιβλία και γράφοντας ποιήματα:
Έχω τον τίτλο της συζύγου, δίχως όμως
να`χω την άδεια καθώς ορίζει ο Νόμος.
Σκληρή μου δόθηκε, πικρή κι άδικη μοίρα.
«Βασίλισσα του Γολγοθά»για τίτλο πήρα,
κι όλα είναι βασιλικά, εκτός το στέμμα,
κι ο αρραβώνας, δίχως λίγωμα στο βλέμμα
που ο Θεός σε κάθε θηλυκό χαρίζει,
όταν το κράτημα του άλλου χεριού γνωρίζει.
Διαμαντικό με το διαμαντικό ταιριάζει
και το χρυσάφι, το χρυσάφι αγκαλιάζει.
Η γέννηση, ο αρραβώνας και κατόπι
δυο-τρία μέτρα από του σάβανου το τόπι.
Τριλπή μια νίκη σε μια μέρα να `ναι, φτάνει.
«Ο άντρας μου», λεν οι γυναίκες με στεφάνι
μ`ένα σκοπό που κι η ψυή τους τραγουδάει.
Να `ναι ο τρόπος, τάχα, αυτός; Ποιός μου απαντάει;[2]
Τα ποιήματά της όσο κι αν είναι μερικές φορές σκοτεινά ή βαριά από άποψη θεματολογίας, έχουν μια παιγνιώδη διάθεση, ένα κέφι παιδικό. Η Έμιλυ Ντίκινσον κατάφερε να διασώσει το παιδί που ήταν, να μη το σκοτώσει με αντάλλαγμα την κοινωνική επιτυχία, στην οποία αντιστάθηκε με απαράμιλλο θάρρος. Άντεξε το σταυρό της γεροντοκόρης, της κοινωνικά απομονωμένης και το χειρότερο απ` όλα, της ποιήτριας που τα ποιήματά της θεωρούνται απαράδεκτα. Σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι η εμπειρία του θανάτου στην οποία τόσο συχνά αναφέρεται είναι αυτή η αναχώρηση από τον κόσμο, η χριστιανική απάρνηση του εαυτού, το θάψιμο του ατομικιστικού-ναρκισσιστικού εγώ, χάριν της πνευματικής ανάπτυξης. Αγνόησε όλες τις υποδείξεις που της έγιναν για να γίνουν τα ποιήματά της αποδεκτά από περιοδικά και ανθολογίες της εποχής και συνέχισε να γράφει όπως την ικανοποιούσε εκείνην. Γιατί στα ελάχιστα ποιήματα που δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε, της άλλαζαν τις ομοιοκαταληξίες, ολόκληρες λέξεις, της «συμμόρφωναν» δηλαδή το ποίημα που η πρωτοτυπία του προκαλούσε αμηχανία. Κλείστηκε κι αυτή στον εαυτό της και ακολούθησε το δικό της γούστο αναπτύσσοντας τις πρωτοποριακές της τεχνικές, σπάζοντας το ρυθμό όπως η ίδια αισθανόταν, ταιριάζοντας μη ολοκληρωμένες ομοιοκαταληξίες, τελειώνοντας τους στίχους με παύλες, αρχίζοντας με κεφαλαίο γράμμα όποια λέξη ήθελε να τονίσει. Το αποτέλεσμα είναι ότι πρώτη αυτή οδήγησε την αγγλική ποίηση στον ελεύθερο στίχο. Ακόμα έσπασε τους συντακτικούς και γραμματικούς κανόνες όπου έκρινε ότι αυτό ήταν απαραίτητο για την οικονομία του ποιήματος, άφησε τον εαυτό της τελείως ελεύθερο ποιητικά, αφού δεν είχε τίποτα να χάσει, δεν περίμενε την επιβεβαίωση κανενός, ώστε έφτασε τελείως μόνη της στην περιοχή της νεωτερικότητας που οι άλλοι θα έφταναν πολύ αργότερα.
Αφέθηκε μονάχα στην καθαρά πνευματική εμπειρία του ποιήματος, αυτό που η ίδια ονομάζει «έκσταση». Ανεπηρέαστη από τη γνώμη των πολλών και ελεύθερη από κάθε υστεροβουλία, μπόρεσε να δημιουργήσει μία τελείως προσωπική ποίηση, τόσο πρωτοποριακή, που αργά αργά κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα άρχισε να αναγνωρίζεται και είναι μόλις το 1994 που ο μέγας και πολύς Χάρολντ Μπλουμ τη χαρακτήρισε ως τη «μεγαλύτερη ποιήτρια της Δύσης»[3] Είναι χαρακτηριστικό νομίζω το παρακάτω ποίημα όπου βάζει την αφοσίωσή της στην ομορφιά σε ίση μοίρα με την έως θανάτου αφοσίωση των μαρτύρων στην αλήθεια:
449
Πέθανα για την ομορφιά
και μπαίνοντας στο χώμα
ακούω κάποιον ν` ακουμπούν
σε πλαϊνό μου δώμα.
Ψιθύρισε «τι έφταιξε;»
«η ομορφιά» του είπα
«για την αλήθεια πέθανα»
είπε «κι είμαστε αδέρφια».
Κι όπως μιας νύχτας συγγενείς
μιλήσαμε, ωσότου
βρύα ήρθαν στα χείλη μας
κι έκρυψαν τ` όνομά μας. [4]
Ο άξονας θνητότητα-αθανασία διαπερνάει ολόκληρη την ποίησή της. Η άμεση και διαρκής μνεία της θνητότητας στα ποιήματά της, αυτό που οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν «μνήμη θανάτου», επιτυγχάνει να δώσει μια μεταφυσική-πνευματική διάσταση στα πιο καθημερινά και οικεία πράγματα. Το λεξιλόγιο της αποτελούν εικόνες της καθημερινής ζωής του χωριού, στο σπίτι, στην τριγύρω φύση και αναφορές στα διαβάσματά της. Έτσι μετατρέπει τις λέξεις αυτές σε μία συμβολική-μεταφορική γλώσσα, με την οποία δηλώνεται όχι πια η καθημερινή-κοινή εμπειρία, αλλά η έκσταση που αισθάνεται η ποιήτρια μπροστά στο φαινόμενο της ζωής.
[712]
Δεν πέρασα το Θάνατο να πάρω,
και μού `κανε ο ίδιος την τιμή.
στην άμαξα καθίσαμε μονάχα
εμείς κι η μετά θάνατον ζωή.
Βραδύναμε, εκείνος δεν βιαζόταν,
κι εγώ από τα έργα και τους κόπους
κι απ` την ανάπαυλα μου είχα πλέον
παραιτηθεί, για τους καλούς του τρόπους.
Περάσαμε εκεί που τα παιδιά
στο διάλειμμα παλεύαν του σχολείου,
περάσαμε τα ατενή σπαρτά,
και πέρα από τη δύση του ηλίου-
κι ο ήλιος μας προσπέρασε. Κι η δρόσος
έφερνε παγωνιά κι ανατριχίλα-
αράχνης είχα φόρεμα, και τούλι
γύρω στους ώμους που έτρεμαν σαν φύλλα.
Σταθήκαμε μπροστά σε κάποιο σπίτι,
Που έμοιαζε μ` εξόγκωμα στη γη.
Μόλις που διακρινόταν η σκεπή του,
το γείσωμά του έμπαινε στη γη.
Πάει καιρός πολύς, μα εκείνη η μέρα
μοιάζει πολύ μακρύτερη για μένα,
που κοίταξα και είδα των αλόγων
στραμμένα τα κεφάλια στους αιώνες.[5]
Τα βιβλία τα οποία μελετούσε η Ντίκινσον ήταν βασικά η Βίβλος και ο Σαίξπηρ στα οποία ξαναγύριζε πάντοτε, αλλά μελέτησε συγχρόνως τους Άγγλους μεταφυσικούς του 17ου αιώνα (Χέρμπερτ, Βων, Σερ Τόμας Μπράουν) και όλη την αγγλόφωνη ρομαντική και βικτωριανή λογοτεχνία. Από τους Αμερικανούς: Έμερσον και Θορώ, Χώθρον, πολύ πιθανόν Πόε και Μέλβιλ. (Αρνήθηκε, όπως φαίνεται, την ποιήση του Ουίτμαν). Από τους Άγγλους: Κητς και Μπάυρον, Γουέρντγουέρθ και Τέννυσον, Ντίκενς. Ιδιαίτερα όμως τους Μπράουνιγκ (έγραψε τουλάχιστον δύο ποιήματα για την Ελίζαμπεθ), την Τζωρτζ Έλιοτ (δύο ποιήματα αφιερωμένα στη μνήμη της), την Έμιλυ και τη Σαρλότ Μπροντέ. Πολύ νέα διάβασε τη «Μίμηση του Χριστού» (Ιminatio Christi) του γερμανού μυστικού Thomas a Kempis, που της φανέρωσε ένα παράδειγμα ζωής ριζικό και απόλυτο: απαρνήσου τον κόσμο, απόδιωξε την ταραχή του, βρες καταφύγιο στα μύχια της καρδιάς. Γνώριζε σε βάθος το έργο του Ράσκιν και του Καρλάυλ. Στα βιβλία του σπιτιού περιλαμβάνονταν ακόμη θρησκευτική ιστορία, θεολογία, φιλοσοφικά μελετήματα, βιογραφίες (αγαπημένο της ανάγνωσμα). Στους τοίχους του δωματίου της είχε προσωπογραφίες της Έλιοτ και της Μπράουνιγκ.[6]
Κάθε πρωί ο πατέρας διάβαζε στην οικογένεια μία περικοπή της Βίβλου. Και ήταν αυτός που χάρισε στη δωδεκάχρονη Έμιλυ το δικό της αντίτυπο. Η Αγία Γραφή «θα είναι η πρώτη μυθολογία» (Warren 1963). Είναι το υλικό που τροφοδοτεί τα ποιήματά της με ιδέες, εικόνες, θέματα. Οικειοποιείται το ιερό κείμενο, το τροποποιεί, ανοίγει διάλογο μαζί του, κάποτε χαριτολογώντας. Συχνά υποδύεται βιβλικά πρόσωπα (Εύα, Ιουδήθ, Ρεβέκκα) ή ονομάζει τον εαυτό της «βασίλισσα του Γολγοθά». Από τη παλαιά Διαθήκη τα βιβλία που ξεχώριζε ήταν η Γένεση, η Έξοδος, οι Ψαλμοί, ο Ησαίας και από την Καινή τα Ευαγγέλια, ιδιαίτερα του Ματθαίου, η Α΄ προς Κορινθίους, η Αποκάλυψη, αν και τα παραθέματα καλύπτουν όλο το εύρος της Αγίας Γραφής.[7]
124
Ασφαλισμένοι στ` Αλαβάστρινά τους Δώματα-
Ανέγγιχτοι απ` το πρωινό-
Κι ανέγγιχτοι απ` το μεσημέρι-
Κοιμώνται οι πράοι εταίροι της Ανάστασης,
Ατλάζινοι Δοκοί και Στέγη Πέτρινη-
Θριαμβικά περνούν τα Χρόνια,
Πάνω τους μες στο Μισό Φεγγάρι-
Σύμπαντα λαξεύουνε τα Τόξα τους-
Και Στερεώματα - κωπηλατούν-
Διαδήματα - κατρακυλάν-
Και Δόγηδες - παραδίνονται-
Σιωπηλά σα Σημάδια,
Σ` ένα Δίσκο Χιονιού. [8]
Η ποίηση της έχει χαρακτηριστεί «επιθανάτια» από το Διονύση Καψάλη, ο οποίος πολύ σωστά συσχετίζει το θάνατο με την αθανασία: «Η ποίηση της Έμιλυ Ντίκινσον, όλη σχεδόν επιθανάτια, πραγματεύεται, κατά τρόπο εξωφρενικά διαυγή κάποτε, την αθανασία για την οποία δικαιούνται ίσως να μιλούν ακόμα οι άνθρωποι - ή δεν δικαιούνται.[...] Η αθανασία της, σφυρηλατημένη πάνω στην πραγματικότητα του θανάτου, δεν είναι αίτημα ή θεολογικό αξίωμα. Είναι μια επώδυνη υπόθεση εργασίας για την κατανόηση του φυσικού κόσμου και όρος της συνάφειάς του με τον ανθρώπινο νου. Δύσκολα θα βρει κανείς στον δυτικό κόσμο ποίηση τόσο βαθιά αλληλέγγυα με τον πόνο της θνητότητας...» [9] Εκείνο που θα ήθελα να προσθέσω είναι ότι αυτή η εγγύτητα με την επίγνωση του θανάτου μπορεί να επιτευχθεί επειδή ο θάνατος προσεγγίζεται μέσα από την προοπτική της Ανάστασης:
1338
Κι όμως ο Χρόνος συνεχίζεται -
Το λέω χαρούμενη σ` όσους πονάνε τώρα -
Θα ζήσουν -
Υπάρχει Ήλιος -
Δεν το πιστεύουν τώρα -
Το θρησκευτικό στοιχείο στην ποίηση της Ντίκινσον είναι αυτό που πρέπει να εξεταστεί περισσότερο, γιατί εκεί κατά τη γνώμη μου βρίσκεται το κλειδί για την κατανόησή της. Αν και από νωρίς κράτησε αποστάσεις από την επίσημη θρησκεία, η άρνηση αυτή δεν την οδήγησε στην απόρριψη και την άρνηση, αλλά ακολουθώντας χωρίς συμβιβασμούς τον εσωτερικό της δρόμο με το δικαίωμα που έχει ο ποιητής να εξερευνά τον εσωτερικό του κόσμο και έχοντας ως οδηγό την έμπνευση, κατόρθωσε να να ξεπεράσει όλα τα εξωτερικά κοινωνικά χαρακτηριστικά του χριστιανισμού και να φτάσει στη βίωση της πνευματικότητας, απαρνούμενη τον «κόσμο» σαν τους ασκητές και δεχόμενη τη χάρη της έμπνευσης. Δεν είναι τυχαίο νομίζω ότι το βιβλίο που τόσο βαθιά την επηρέασε σε νεαρή ηλικία, η «Μίμηση Χριστού» είναι το μόνο σύγχρονο βιβλίο που συνιστά στα πνευματικά της παιδιά η γερόντισσα Γαβριηλία μαζί με το ευαγγέλιο και τους πατέρες της Εκκλησίας. [10] Προφανώς αυτό το βιβλίο ξεπερνά τους διαχωρισμούς των δογμάτων και αγγίζει το βαθύτερο νόημα του χριστιανισμού, όπως συμπυκνώνεται στη διδασκαλία του Χριστού και όπως μόνο οι άγιοι τον πραγματώνουν.
995
Που έχασα τα Πάντα, Μ` εμπόδισε
Να χάσω Πράγματα μικρότερα.
Αν δε φαινόταν κάτι μεγαλύτερο
Από την Εκτροπή ενός Κόσμου από έναν Άξονα
Ή από του Ήλιου τον Αφανισμό
Τόσο μεγάλο δε θάταν βέβαια
Που να σηκώσω εγώ το βλέμμα απ` τη δουλειά μου
Για περιέργεια. [11]
Ευτυχώς από πέρσι άρχισαν να εκδίδονται βιβλία με ποιήματά της και στα ελληνικά. Πρώτα κυκλοφόρησαν 27 ποιήματα στην πολύ προσεγμένη και άρτια αισθητικά μετάφραση του Διονύση Καψάλη, ο οποίος διαλέγει κάθε λέξη σαν ένα πολύτιμο λίθο που θα βάλει σε ένα μοναδικό κόσμημα. Το βιβλίο αυτό που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις «΄Αγρα» και έχει τον τίτλο «Το μέγα ύδωρ» αποτέλεσε την πρώτη εμφάνιση ποιημάτων της Έμιλυ Ντίκινσον στα ελληνικά.
Φέτος, σαν να δόθηκε μία επιτάχυνση, εκδόθηκαν «44 ποιήματα και 3 γράμματα» σε μετάφραση Ερρίκου Σοφρά από τις εκδόσεις «Το ροδακιό». Οι μεταφράσεις αυτές συνοδεύονται από εκτενείς σημειώσεις και κατατοπιστικό σχολιασμό, βιβλιογραφία καθώς και πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Είναι εμφανές ότι ο Ερρίκος Σοφράς δούλεψε συστηματικά για να μας μυήσει στον κόσμο της ποιήτριας.
Επίσης φέτος, κυκλοφόρησε και μία επιλογή από ερωτικά ποιήματα της Ντίκινσον με τίτλο «Αγάπη» σε μετάφραση Άννας Δασκαλοπούλου από τις εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος. Το τεύχος αυτό περιλαμβάνει 58 ποιήματα με σύντομη βιογραφία και βιβλιογραφία και απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό, καθώς περιλαμβάνει αποκλειστικά ερωτικά ποιήματα ή ποιήματα που μπορούν να εκληφθούν ως ερωτικά, (μια και η ποίηση της Ντίκινσον είναι πολυεπίπεδη). Η μεταφράστρια καταφεύγει σε ποιητικούς τρόπους που δίνουν την εντύπωση του παρωχημένου (εύκολες ομοιοκαταληξίες, επιλογές λέξεων από μια δημοτική που κανένας δεν χρησιμοποιεί πια και φαίνονται σαν ξεπερασμένοι ποιητικοί τρόποι. Παρόλα αυτά, αν θέλει κανείς να εξερευνήσει την «αγεωγράφητη ήπειρο», όπως ονομάζει την ποίηση της Ντίκινσον η καθηγήτρια Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας κ. Λίζυ Τσιριμώκου [12] , τα διαβάζει κι αυτά παραβλέποντας αυτές τις ατέλειες, αφού έχει υποψιαστεί πια το μέγεθος της Ντίκινσον.
Το καλύτερο θα ήταν μια δίγλωσση έκδοση, για να μπορεί ο αναγνώστης να έχει μια επαφή με το πρωτότυπο και να βοηθιέται από τη μετάφραση. Γιατί τελικά όσο πιο πολλές μεταφράσεις διαβάσει κανείς του ίδιου ποιήματος, τόσο πιο κοντά έρχεται στο ίδιο το ποίημα και συγχρόνως καταλαβαίνει ότι ο μεταφραστής που τον έφερε τόσο κοντά σ`αυτό το ποίημα, ταυτοχρόνως τον απομακρύνει.
Σημειώσεις:
1. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Επιλογή, μετάφραση, σχολιασμός, επίμετρο ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΟΦΡΑΣ, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2005, σελ. 119
2. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, Αγάπη, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Μετάφραση ΑΝΝΑ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΚΔ. Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, σελ. 33
3. όπου προηγουμένως, σελ. 154 -155
4. EMILY DICKINSON, ΤΟ ΜΕΓΑ ΥΔΩΡ, εικοσιεπτά ποιήματα, μετάφραση-πρόλογος ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, εκδόσεις Άγρα, σελ. 26
5. όπου προηγουμένως, σελ. 29 - 30
6. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ σελ. 140 -141
7. όπου προηγουμένως, σελ. 141
8. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ σελ. 13
9. EMILY DICKINSON, ΤΟ ΜΕΓΑ ΥΔΩΡ, εικοσιεπτά ποιήματα, μετάφραση-πρόλογος ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, εκδόσεις Άγρα, σελ. 11-12
10. «Η ασκητική της αγάπης», Γαβριηλίας μοναχής, σελ. 205 .
11. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ, σελ. 41
12. ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΒΙΒΛΙΑ, 8.48, ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΜΑΪΟΥ 2005
Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010
Του Σήμερα το Τώρα
Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010
Κατερινα Αγγελάκη Ρουκ

Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ
Παίρνω ένα πράγμα και του αλλάζω θέση.
Δεν ξέρω γιατί, ίσως κάτι δεν μ’ αρέσει.
Δευτερόλεπτα μετά
το ύφασμα, το χαρτί
βγάζει έναν ψίθυρο-κραυγή
καθώς αλλάζει στάση η ύλη.
Ο ανεπαίσθητος θόρυβος αυτός
άραγε να εκφράζει δυσφορία
ή ανακούφιση για τη νέα τούτη σχέση
του άψυχου με το άπειρο;
Ή μήπως τον δικό του τόπο
το αντικείμενο νοσταλγεί;
Μια κίνηση μικρούλα τόση δα
μια ματιά, ένας σπινθήρας φως
και νά π’ αναπηδάει ένας μέσα εαυτός
που ελεύθερος κινείται
σ’ ένα αφηρημένο τώρα.
Ακούγεται τότε κάτι σαν ερωτικό μουρμουρητό
ή σαν κλαψούρισμα σκύλου νηστικού...
Έτσι θα κάνει η ύλη μόνη λέω
πριν με βουτήξει μια άλλη η δική μου σιωπή.
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Αίγινα, 11.8.1999
ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΤΡΕΜΕΙΣ...
«Σιγά μην τρέμεις...»
είμαστε των παλαιών ερώτων οι φωνές
όχι αυτών που σου άλλαζαν τη ζωή
και βρισκόσουν ξαφνικά σ’ άλλες κάμαρες
να προσκυνάς άλλα αγάλματα
αλλ’ εκείνων των ερώτων των μικρών
που για μια μόνο στιγμή
σ’ έκαναν να κοιτάς ψηλά
μ’ ουράνια οικειότητα
ενώ κάτι άταχτα μονοκοτυλήδονα
το γελάκι, η ματιά
σ’ έκαναν να ξεχνάς τ’ αειθαλή αγκάθια
του κάκτου χρόνου.
Έρωτα μικρέ της τελευταίας στιγμής
ακουμπά σ’ έναν ώμο φανατικά θνητό
ακουμπά στο κενοτάφιο των ονείρων.
ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ ΕΡΩΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Στον Π.Σ.
Επειδή με τη δική μου γλώσσα
δεν μπορώ να σ’ αγγίξω
μεταγλωττίζω το πάθος μου.
Δεν μπορώ να σε μεταλάβω
και σε μετουσιώνω,
δεν μπορώ να σε ξεντύσω
έτσι σε ντύνω μ’ αλλόφωνη φαντασία.
Στα φτερά σου από κάτω
δεν μπορώ να κουρνιάσω
γι’ αυτό γύρω σου πετάω
και του λεξικού σου γυρνάω τις σελίδες.
Πώς απογυμνώνεσαι θέλω να μάθω
πώς ξανοίγεσαι
γι’ αυτό μες στις γραμμές σου
ψάχνω συνήθειες
τα φρούτα π’ αγαπάς
μυρουδιές που προτιμάς
κορίτσια που ξεφυλλίζεις.
Τα σημάδια σου ποτέ μου δεν θα δω γυμνά
εργάζομαι λοιπόν σκληρά πάνω στα επίθετα σου
για να τ’ απαγγείλω σ’ αλλόθρησκη λαλιά.
Πάλιωσε όμως η δική μου ιστορία
κανένα ράφι δεν στολίζει ο τόμος μου
και τώρα εσένα φαντάζομαι με δέρμα σπάνιο
ολόδετο σε ξένη βιβλιοθήκη.
Επειδή δεν έπρεπε ποτέ
ν’ αφεθώ στην ασυδοσία της νοσταλγίας
και να γράψω αυτό το ποίημα
τον γκρίζο ουρανό διαβάζω
σε ηλιόλουστη μετάφραση.
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Ρόδος, 16/3/02
Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010
Γιωργος Σεφερης Θερινο Ηλιοστασι

Α´
Ὁ μεγαλύτερος ἥλιος ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ
κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ νέο φεγγάρι
ἀπόμακρα στὴ μνήμη σὰν ἐκεῖνα τὰ στήθη.
Ἀνάμεσό τους χάσμα τῆς ἀστερωμένης νύχτας
κατακλυσμὸς τῆς ζωῆς.
Τ᾿ ἄλογα στ᾿ ἁλώνια
καλπάζουν καὶ ἱδρώνουν
πάνω σὲ σκόρπια κορμιά.
Ὅλα πηγαίνουν ἐκεῖ
καὶ τούτη ἡ γυναῖκα
ποὺ τὴν εἶδες ὄμορφη, μιὰ στιγμὴ
λυγίζει δὲν ἀντέχει πιὰ γονάτισε.
Ὅλα τ᾿ ἀλέθουν οἱ μυλόπετρες
καὶ γίνουνται ἄστρα.
Παραμονὴ τῆς μακρύτερης μέρας.
Β´
Ὅλοι βλέπουν ὁράματα
κανεὶς ὡστόσο δὲν τ᾿ ὁμολογεῖ·
πηγαίνουν καὶ θαρροῦν πὼς εἶναι μόνοι.
Τὸ μεγάλο τριαντάφυλλο
ἤτανε πάντα ἐδῶ
στὸ πλευρό σου βαθιὰ μέσα στὸν ὕπνο
δικό σου καὶ ἄγνωστο.
Ἀλλὰ μονάχα τώρα ποὺ τὰ χείλια σου τ᾿ ἄγγιξαν
στ᾿ ἀπώτατα φύλλα
ἔνιωσες τὸ πυκνὸ βάρος τοῦ χορευτῆ
νὰ πέφτει στὸ ποτάμι τοῦ καιροῦ -
τὸ φοβερὸ παφλασμό.
Μὴ σπαταλᾷς τὴν πνοὴ ποὺ σοῦ χάρισε
τούτη ἡ ἀνάσα.
Γ´
Κι ὅμως σ᾿ αὐτὸ τὸν ὕπνο
τ᾿ ὄνειρο ξεπέφτει τόσο εὔκολα
στὸ βραχνά.
Ὅπως τὸ ψάρι ποὺ ἄστραψε κάτω ἀπ᾿ τὸ κῦμα
καὶ χώθηκε στὸ βοῦρκο τοῦ βυθοῦ
ἢ χαμαιλέοντας ὅταν ἀλλάζει χρῶμα.
Στὴν πολιτεία ποὺ ἔγινε πορνεῖο
μαστροποὶ καὶ πολιτικιὲς
διαλαλοῦν σάπια θέλγητρα·
ἡ κυματόφερτη κόρη
φορεῖ τὸ πετσὶ τῆς γελάδας
γιὰ νὰ τὴν ἀνεβεῖ τὸ ταυρόπουλο·
ὁ ποιητὴς
χαμίνια τοῦ πετοῦν μαγαρισιὲς
καθὼς βλέπει τ᾿ ἀγάλματα νὰ στάζουν αἷμα.
Πρέπει νὰ βγεῖς ἀπὸ τοῦτο τὸν ὕπνο·
τοῦτο τὸ μαστιγωμένο δέρμα.
Δ´
Στὸ τρελὸ ἀνεμοσκόρπισμα
δεξιὰ ζερβὰ πάνω καὶ κάτω
στροβιλίζονται σαρίδια.
Φτενοὶ θανατεροὶ καπνοὶ
λύνουν τὰ μέλη τῶν ἀνθρώπων.
Οἱ ψυχὲς
βιάζουνται ν᾿ ἀποχωριστοῦν τὸ σῶμα
διψοῦν καὶ δὲ βρίσκουν νερὸ πουθενά·
κολνοῦν ἐδῶ κολνοῦν ἐκεῖ στὴν τύχη
πουλιὰ στὶς ξόβεργες·
σπαράζουν ἀνωφέλευτα
ὅσο ποὺ δὲ σηκώνουν ἄλλο τὰ φτερά τους.
Φυραίνει ὁ τόπος ὁλοένα
χωματένιο σταμνί.
Ε´
Ὁ κόσμος τυλιγμένος στὰ ναρκωτικὰ σεντόνια
δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ προσφέρει
παρὰ τοῦτο τὸ τέρμα.
Στὴ ζεστὴ νύχτα
ἡ μαραμένη ἱέρεια τῆς Ἑκάτης
μὲ γυμνωμένα στήθη ψηλὰ στὸ δῶμα
παρακαλᾷ μία τεχνητὴ πανσέληνο, καθὼς
δυὸ ἀνήλικες δοῦλες ποὺ χασμουριοῦνται
ἀναδεύουν σὲ μπακιρένια χύτρα
ἀρωματισμένες φαρμακεῖες.
Αὔριο θὰ χορτάσουν ὅσοι ἀγαποῦν τὰ μυρωδικά.
Τὸ πάθος της καὶ τὰ φτιασίδια
εἶναι ὅμοια μὲ τῆς τραγῳδοῦ
ὁ γύψος τοὺς μάδησε κιόλας.
Στ´
Κάτω στὶς δάφνες
κάτω στὶς ἄσπρες πικροδάφνες
κάτω στὸν ἀγκαθερὸ βράχο
κι ἡ θάλασσα στὰ πόδια μας γυάλινη.
Θυμήσου τὸ χιτῶνα ποὺ ἔβλεπες
ν᾿ ἀνοίγει καὶ νὰ ξεγλιστρᾷ πάνω στὴ γύμνια
κι ἔπεσε γύρω στοὺς ἀστραγάλους
νεκρός -
ἂν ἔπεφτε ἔτσι αὐτὸς ὁ ὕπνος
ἀνάμεσα στὶς δάφνες τῶν νεκρῶν.
Ζ´
Ἡ λεῦκα στὸ μικρὸ περιβόλι
ἡ ἀνάσα της μετρᾷ τὶς ὦρες σου
μέρα καὶ νύχτα·
κλεψύδρα ποὺ γεμίζει ὁ οὐρανός.
Στὴ δύναμη τοῦ φεγγαριοῦ τὰ φύλλα της
σέρνουν μαῦρα πατήματα στὸν ἄσπρο τοῖχο.
Στὸ σύνορο εἶναι λιγοστὰ τὰ πεῦκα
ἔπειτα μάρμαρα καὶ φωταψίες
κι ἄνθρωποι καθὼς εἶναι πλασμένοι οἱ ἄνθρωποι.
Ὁ κότσυφας ὅμως τιτιβίζει
σὰν ἔρχεται νὰ πιεῖ
κι ἀκοῦς καμιὰ φορὰ φωνὴ τῆς δεκοχτούρας.
Στὸ μικρὸ περιβόλι δέκα δρασκελιὲς
μπορεῖ νὰ ἰδεῖς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου
νὰ πέφτει σὲ δυὸ κόκκινα γαρούφαλα
σὲ μίαν ἐλιὰ καὶ λίγο ἁγιόκλημα.
Δέξου ποιὸς εἶσαι.
Τὸ ποίημα
μὴν τὸ καταποντίζεις στὰ βαθιὰ πλατάνια
θρέψε το μὲ τὸ χῶμα καὶ τὸ βράχο ποὺ ἔχεις.
Τὰ περισσότερα -
σκάψε στὸν ἴδιο τόπο νὰ τὰ βρεῖς.
Η´
Τ᾿ ἄσπρο χαρτὶ σκληρὸς καθρέφτης
ἐπιστρέφει μόνο ἐκεῖνο ποὺ ἤσουν.
Τ᾿ ἄσπρο χαρτὶ μιλᾷ μὲ τὴ φωνή σου,
τὴ δική σου φωνὴ
ὄχι ἐκείνη ποὺ σ᾿ ἀρέσει·
μουσική σου εἶναι ἡ ζωὴ
αὐτὴ ποὺ σπατάλησες.
Μπορεῖ νὰ τὴν ξανακερδίσεις ἂν τὸ θέλεις
ἂν καρφωθεῖς σὲ τοῦτο τ᾿ ἀδιάφορο πρᾶγμα
ποὺ σὲ ρίχνει πίσω
ἐκεῖ ποὺ ξεκίνησες.
Ταξίδεψες, εἶδες πολλὰ φεγγάρια πολλοὺς ἥλιους
ἄγγιξες νεκροὺς καὶ ζωντανοὺς
ἔνιωσες τὸν πόνο τοῦ παλικαριοῦ
καὶ τὸ βογκητὸ τῆς γυναίκας
τὴν πίκρα τοῦ ἄγουρου παιδιοῦ -
ὅ,τι ἔνιωσες σωριάζεται ἀνυπόστατο
ἂν δὲν ἐμπιστευτεῖς τοῦτο τὸ κενό.
Ἴσως νὰ βρεῖς ἐκεῖ ὅ,τι νόμισες χαμένο·
τὴ βάστηση τῆς νιότης, τὸ δίκαιο καταποντισμὸ
τῆς ἡλικίας.
Ζωή σου εἶναι ὅ,τι ἔδωσες
τοῦτο τὸ κενὸ εἶναι ὅ,τι ἔδωσες
τὸ ἄσπρο χαρτί.
Θ´
Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τά ῾βλεπαν
κι αὐτοὶ γελοῦσαν.
Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
πάνω νερά·
νὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
στὰ τυφλά, πεισματάρης
καὶ νὰ γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σὰν τὸ πολύροζο λιόδεντρο -
ἄφησε κι ἂς γελοῦν.
Καὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄλλος κόσμος
στὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ
στ᾿ ἀφανισμένο τοῦτο παρὸν -
ἄφησέ τους.
Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
ὑπάρχουν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανένας.
Ι´
Τὴν ὥρα ποὺ τὰ ὀνείρατα ἀληθεύουν
στὸ γλυκοχάραμα τῆς μέρας
εἶδα τὰ χείλια ποὺ ἄνοιγαν
φύλλο τὸ φύλλο.
Ἔλαμπε ἕνα λιγνὸ δρεπάνι στὸν οὐρανό.
Φοβήθηκα μὴν τὰ θερίσει.
ΙΑ´
Ἡ θάλασσα ποὺ ὀνομάζουν γαλήνη
πλεούμενα κι ἄσπρα πανιὰ
μπάτης ἀπὸ τὰ πεῦκα καὶ τ᾿ Ὄρος τῆς Αἴγινας
λαχανιασμένη ἀνάσα·
τὸ δέρμα σου γλιστροῦσε στὸ δέρμα της
εὔκολο καὶ ζεστὸ
σκέψη σχεδὸν ἀκάμωτη κι ἀμέσως ξεχασμένη.
Μὰ στὰ ρηχὰ
ἕνα καμακωμένο χταπόδι τίναξε μελάνι
καὶ στὸ βυθὸ -
ἂν συλλογιζόσουν ὡς ποῦ τελειώνουν τὰ ὄμορφα νησιά.
Σὲ κοίταζα μ᾿ ὅλο τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι ποὺ ἔχω.
ΙΒ´
Τὸ αἷμα τώρα τινάζεται
καθὼς φουσκώνει ἡ κάψα
στὶς φλέβες τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀφορμισμένου.
Γυρεύει νὰ περάσει ἀπὸ τὸ θάνατο
γιὰ νά ῾βρει τὴ χαρά.
Τὸ φῶς εἶναι σφυγμὸς
ὁλοένα πιὸ ἀργὸς καὶ πιὸ ἀργὸς
θαρρεῖς πῶς πάει νὰ σταματήσει.
ΙΓ´
Λίγο ἀκόμη καὶ θὰ σταματήσει ὁ ἥλιος.
Τὰ ξωτικὰ τῆς αὐγῆς
φύσηξαν τὰ στεγνὰ κοχύλια·
τὸ πουλὶ κελάηδησε τρεῖς φορὲς τρεῖς φορὲς μόνο·
ἡ σαύρα πάνω στὴν ἄσπρη πέτρα
μένει ἀκίνητη
κοιτάζοντας τὸ φρυγμένο χόρτο
ἐκεῖ ποὺ γλίστρησε ἡ δεντρογαλιά.
Μαύρη φτερούγα σέρνει ἕνα βαθὺ χαράκι
ψηλὰ στὸ θόλο τοῦ γαλάζιου -
δές τον, θ᾿ ἀνοίξει.
Ἀναστάσιμη ὠδίνη.
ΙΔ´
Τώρα,
μὲ τὸ λιωμένο μολύβι τοῦ κλήδονα
τὸ λαμπύρισμα τοῦ καλοκαιρινοῦ πελάγου,
ἡ γύμνια ὁλόκληρής της ζωῆς·
καὶ τὸ πέρασμα καὶ τὸ σταμάτημα καὶ τὸ πλάγιασμα καὶ τὸ τίναγμα
τὰ χείλια τὸ χαϊδεμένο δέρας,
ὅλα γυρεύουν νὰ καοῦν.
Ὅπως τὸ πεῦκο καταμεσήμερα
κυριεμένο ἀπ᾿ τὸ ρετσίνι
βιάζεται νὰ γεννήσει φλόγα
καὶ δὲ βαστᾷ πιὰ τὴν παιδωμή -
φώναξε τὰ παιδιὰ νὰ μαζέψουν τὴ στάχτη
καὶ νὰ τὴ σπείρουν.
Ὅ,τι πέρασε πέρασε σωστά.
Κι ἐκεῖνα ἀκόμη ποὺ δὲν πέρασαν
πρέπει νὰ καοῦν
τοῦτο τὸ μεσημέρι ποὺ καρφώθηκε ὁ ἥλιος
στὴν καρδιὰ τοῦ ἑκατόφυλλου ρόδου.
Κυριακή 29 Αυγούστου 2010
Και Πάλι Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης

Ὁ μικρὸς Ναυτίλος
Ὅτι μπόρεσα ν΄ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ΄ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει.
Δὲν παίζω μὲ τὰ λόγια. Μιλῶ γιὰ τὴν κίνηση ποὺ ἀνακαλύπτει κανεὶς νὰ σημειώνεται μέσα στὴ «στιγμή» ὅταν καταφέρει νὰ τὴν ἀνοίξει καὶ νὰ τῆς δώσει διάρκεια. Ὁπόταν, πραγματικά, καὶ ἡ Θλίψις γίνεται Χάρις καὶ ἡ Χάρις Ἄγγελος· ἡ Εὐτυχία Μοναχὴ καὶ ἡ Μοναχὴ Εὐτυχία.
μὲ λευκές, μακριὲς πτυχὲς πάνω ἀπὸ τὸ κενὸ ἕνα κενὸ γεμάτο σταγόνες πουλιῶν, αὖρες βασιλικοῦ καὶ συριγμοὺς ὑπόκωφου Παραδείσου.
Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ
Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο
Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι
Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ῥῖγος τῆς καρδιᾶς
Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς
Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπὸ τὸ σγουρὸ ἐφηβαῖο
Γεμᾶτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες
Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!
Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010
Διαβασμένο στο Key Bar για το Key Bar

Άσφαλτος ο δρόμος σου
με όνομα αρχαίο ελληνικό
Κοντά στης πλατείας τον αναστεναγμό
Ριζωμένα δέντρα οι θαμώνες σου
Πάνω στα όμορφα σκαμπό
Τινάζουν τα φύλλα τους το φθινόπωρο
Την άνοιξη τα ξαναμαζεύουν
Πάντα εκεί
Μέσα εκεί
Όλα εκεί
Τα σπλάχνα της καρδιάς σου
Το συκώτι σου πρησμένο απ΄το ποτό
Οι ανάσες τους βραχνές
Χαμόγελα, τρικλίσματα,κέφι
Ανθολογία σκέψεων
Απάνθισμα στιγμών
Εκποίηση προσωπικών αναμνήσεων
Σκέψεις-πράξεις σε χρόνο Ενεστώτα
Κάτοικοι στο τώρα
Εξημερωμένοι εραστές
Δραπέτες της καθημερινότητας
Σεμνοί πότες
Φωλιά πουλιών αρπακτικών
Με τα νύχια τους κομμένα
Της νύχτας συνοδοί
Κοιμούνται αφού πρώτα εκείνη κοιμηθεί
[moth-man].
Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010
Κική Δημουλα

Σου είπα:
-Λύγισα.
Και είπες:
-Μη θλίβεσαι.
Απογοητεύσου ήσυχα.
Ήρεμα δέξου να κοιτάς
σταματημένο το ρολόι.
Λογικά απελπίσου
πως δεν είναι ξεκούρδιστο,
ότι έτσι δουλεύει ο δικός σου χρόνος.
Κι αν αίφνης τύχει
να σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μη ριψοκινδυνέψεις να χαρείς.
Η κίνηση αυτή δε θα 'ναι χρόνος.
Θα 'ναι κάποιων ελπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αυτοεκθρονίσου
από τα χίλια σου παράθυρα.
Για ένα μήπως τ' άνοιξες.
Κι αυτοξεχάσου εύχαρις.
Ό,τι είχες να πεις,
για τα φθινόπωρα,τα κύκνεια,
τις μνήμες,υδρορρόες των ερώτων,
την αλληλοκτονία των ωρών,
των αγαλμάτων τη φερεγγυότητα,
ό,τι είχες να πεις
γι' ανθρώπους που σιγά σιγά λυγίζουν,
το είπες.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
