Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Νέο Κύμα

Νέο Κύμα, πενήντα χρόνια μετά
Νouvelle Vague, ένα από τα πλέον ρηξικέλευθα όσο και δημοφιλή κινήματα που γνώρισε ποτέ η 7η Τέχνη.
Ο όρος Νouvelle Vague είναι συνδεδεμένος με την 7η Τέχνη, αλλά πολύς κόσμος ξεχνά ότι ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 τα γαλλικά ΜΜΕ είχαν αρχίσει να τον χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν τις αλλαγές στην ευρύτερη κοινωνία της Γαλλίας, στη διαμόρφωση της οποίας τον σημαντικότερο ρόλο έπαιξε η νεολαία. Ωστόσο, μετά τη συνδυαστική επιτυχία των «400 χτυπημάτων» τουΦρανσουά Τρυφόκαι της «Χιροσίμα, αγάπη μου» τουΑλέν Ρενέ που θριάμβευσαν στο Φεστιβάλ των Καννών το 1959 (το πρώτο με το βραβείο σκηνοθεσίας, το δεύτερο με τον Χρυσό Φοίνικα), ο όρος έγινε «αυτοκόλλητος» με τον κινηματογράφο και τύποις τουλάχιστον, το 1959 έχει καταγραφεί ως έτος γέννησης του γαλλικού Νέου Κύματος. Στην ανάπτυξη του Νέου Κύματος σημαντικό ρόλο έπαιξε η θεωρητική δουλειά του περιοδικού «Cahiers du cin ma» («Κινηματογραφικά Τετράδια») από το οποίο ξεκίνησαν τη δραστηριότητά τους ως κριτικοί κινηματογράφου κατοπινοί σκηνοθέτες όπως οΚλοντ Σαμπρόλ,οΖαν Λυκ Γκοντάρ,οΕρίκ Ρομέρκαι οΤρυφό. Ως κριτικοί των «Cahiers» οι περισσότεροι της μελλοντικής παρέας που θα άλλαζε για πάντα τον κινηματογράφο, υπήρξαν ιδιαίτερα σκληροί απέναντι στο «Σινεμά του Μπαμπά» («Cinema de Ρapa»). Αυτό ήταν το παρατσούκλι που χρησιμοποιείτο για τον κινηματογράφο του εμπορικού «συστήματος» το οποίο εκπροσωπούσαν παλαιότεροι σκηνοθέτες όπως οΚλοντ Ατάν Λαρά, οΑντρέ Καγιάτ, οΑντρέ Ινεμπέλκαι οΑνρί Ζορζ Κλουζό. Την ίδια ώρα, όμως, τα παιδιά του Νέου Κύματος θαύμαζαν την ανεξάρτητη πορεία των επίσης παλαιότερων ΓάλλωνΖαν Ρενουάρ,Ζακ Τατί,Ρομπέρ Μπρεσόν,Ζαν Κοκτόκαι Ζακ Τατί. Εκτιμούσαν τον ιταλικό νεορεαλισμό της δεκαετίας του 1950 (αγαπημένος τους ήταν οΡομπέρτο Ροσελίνι).Λάτρευαν τονΑλφρεντ Χίτσκοκ και ανακάλυπταν εκ νέου τον κλασικό αμερικανικό κινηματογράφο σκηνοθετών, όπως οΤζον Φορντ, ο Χάουαρντ Χοκς,ο Ραούλ Γουόλς καιο Μάικλ Κερτίζ. Η ομάδα των Cahiers du cin ma εξέφραζε δυο κύριες θεωρητικές αντιλήψεις: α) το φιλμ ως γραφή ( criture) και β) ο σκηνοθέτης ως δημιουργός (auteur). Η εικόνα δεν είναι πια υποτελής σε ένα λογοτεχνικό σενάριο, ο κινηματογράφος αποκτά αυτοτέλεια στη γραφή του και ο σκηνοθέτης είναι ο συγγραφέας της ταινίας εξουσιάζοντας την κάμερα. Συνεπώς, θεσπίστηκε μια πρωτόγνωρη και επαναστατική μέθοδος κινηματογράφησης η οποία απείχε έτη φωτός από τις μέτριες μεταφορές εξίσου μέτριων λογοτεχνικών έργων. Η κάμερα βρέθηκε για πρώτη φορά στο χέρι και η κίνησή της ήταν αδιάκοπη, με μεγάλης διάρκειας πλάνα, γυρίσματα σε εξωτερικούς χώρους, φυσικό φωτισμό, αυτοσχεδιασμούς στους διαλόγους. Τα πρόσωπα που αναδείχθηκαν μέσα από το Νέο Κύμα δεν ήταν μόνον σκηνοθέτες αλλά και ηθοποιοί (Ζαν Πολ Μπελμοντό, Ζαν Κλοντ Μπριαλί, Αννα Καρίνα) και τεχνικοί που συνέβαλαν στην απελευθέρωση της κινηματογραφικής γλώσσας από τα δεσμά της. Οι αντιφατικοί ηγέτες

Δύο πρωτοπόροι του γαλλικού Νέου Κύματος,σε διαφορετικές ηλικίες।Στην αριστερή φωτογραφία,ο Ζαν Λυκ Γκοντάρ (αριστερά) και ο Φρανσουά Τρυφό την εποχή που ήταν ακόμη συντάκτες των «Cahiers du cin ma»।Κάτω,ο Γκοντάρ (αριστερά) και ο Τρυφό στις Κάννες τον Μάη του ΄68, χρονιά που το φεστιβάλ διεκόπη λόγω των αναταραχών στη Γαλλία।Η σχέση των δύο σκηνοθετών υπήρξε ομιχλώδης,αφού από κάποιο σημείο και μετά δεν μιλιούνταν।Στις κάτω φωτογραφίες εξώφυλλα από παλιά τεύχη του περιοδικού «Cahiers du cin ma»,από το οποίο ξεκίνησαν την πορεία τους οι περισσότεροι δημιουργοί της Νouvelle Vague «Το μοναδικό πράγμα που εμείς οι κινηματογραφιστές της Νouvelle Vague είχαμε κοινό ήταν τα φλιπεράκια » θα έλεγε αργότερα ο Φρανσουά Τρυφό αναφερόμενος στον τόπο συνάντησης όλων των αποχρώσεων του αντικομφορμισμού της δεκαετίας του 1960 («Φρανσουά Τρυφό»- Κινηματογραφικό Αρχείο 7- Εκδόσεις Αιγόκερως)। Διότι στην πραγματικότητα, οι σκηνοθέτες του Νέου Κύματος είχαν διαφορετικές μεταξύ τους καταβολές, εμπνέονταν από διαφορετικά πράγματα και γενικότερα είχαν ελάχιστα κοινά σημεία μεταξύ τους। Τρανταχτό παράδειγμα οι πιο εμβληματικοί ηγέτες του Νέου Κύματος, ο Τρυφό και ο Γκοντάρ। «Τα 400 χτυπήματα», η ιστορία του 13χρονου Αντουάν (Ζαν-Πιερ Λεό) που προσπαθεί να το σκάσει από το αναμορφωτήριο όπου έχει καταλήξει, είναι ένας «λερωμένος» καθρέφτης της προεφηβείας του σκηνοθέτη. Το 1945, ο ίδιος ο Τρυφό βρισκόταν στην ηλικία του Αντουάν και όπως αργότερα εξομολογήθηκε«ήμουν ανυπόμονος να μεγαλώσω, να μπορώ να κάνω όλα τα απαγορευμένα πράγματα, χωρίς κανείς να με τιμωρεί...». ΟΤρυφό δεν ταύτιζε τους δικούς του γονείς με τους σκληρούς γονείς του Αντουάν, αλλά σύμφωνα με τον μελετητή τουΚαρλ Χάνσερ Φέρλανγκ η αλήθεια ήταν διαφορετική: Στα 16 του ο Τρυφό εισήχθη σε ίδρυμα για “δύσκολα” παιδιά,απ΄ όπου τον έσωσε ο Αντρέ Μπαζέν,συνεκδότης των «Cahiers du cinema», ο οποίος τον έπεισε να ασχοληθεί με τον προγραμματισμό προβολών। Μέσω αυτού ο Τρυφό γνώρισε την παρέα του μελλοντικού Νέου Κύματος («Τα 400 χτυπήματα» είναι αφιερωμένα στον Μπαζέν)। Αντιθέτως ο Ζαν Λυκ Γκοντάρ, ο οποίος γεννήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1930 στο Παρίσι, ήταν γόνος μεγαλοαστικής γαλλοελβετικής οικογένειας। Ο γιατρός πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης ιδιωτικής κλινικής και η μητέρα του προερχόταν από οικογένεια εύπορων ελβετών τραπεζιτών. Ο Γκοντάρ απέκτησε την ελβετική υπηκοότητα κατά τη διάρκεια του Β Δ Παγκοσμίου Πολέμου και το 1949 βρισκόταν στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης σπουδάζοντας Εθνολογία. Οπως έχει συμβεί με πολλούς καλλιτέχνες, τα πανεπιστημιακά χρόνια ήταν και για τον Γκοντάρ τα χρόνια των μεγάλων αποφάσεων. Ο κινηματογράφος άρχισε να του κεντρίζει το ενδιαφέρον και οι επισκέψεις στα cin club του Καρτιέ Λατέν ή στην Ταινιοθήκη του Παρισιού ήταν περισσότερες από εκείνες με την τάξη του. Ετσι έγινε η γνωριμία του με τον Τρυφό, τον Ζακ Ριβέτ, τον Ερίκ Ρομέρ και βεβαίως με τον Αντρέ Μπαζέν. Κάπως έτσι, σιγά σιγά, στη δύση της δεκαετίας του 1950 γεννήθηκε η Νouvelle Vague, ο μοντερνισμός της οποίας σε επίπεδο παραγωγής ήταν η ελευθερία της κινηματογράφισης και ο δρόμος μακριά από τα στούντιο. Βέβαια, ακόμη και σήμερα δεν μπορούμε να πούμε πότε ακριβώς αρχίζει το Νέο Κύμα και πότε ακριβώς τελειώνει. Για παράδειγμα, πολλοί θεωρούν την πρώτη ταινία Νέου Κύματος το «Ρointe-court» τηςΑνιές Βαρντά, άλλοι το «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» τουΡοζέ Βαντίμ.Και οι δύο είναι ταινίες του 1956, τρία χρόνια πριν από «Τα 400 χτυπήματα» και τη «Χιροσίμα αγάπη μου». Η ταινία της Ανιές Βαρντά όμως πέρασε εντελώς απαρατήρητη, ενώ η ταινία του Βαντίμ έκανε τόσο πολύ θόρυβο, αναδεικνύοντας την Μπριζίτ Μπαρντό σε διεθνή σταρ, που αναπόφευκτα φαινόταν σαν ξένο σώμα δίπλα στις μεταγενέστερες ταινίες της Νouvelle Vague. Με την «Περιφρόνηση» (1963) του Γκοντάρ, μία επταετία αργότερα, η Μπαρντό θα γινόταν μία από τις μούσες του Νέου Κύματος(η Αννα Καρίναήταν μια άλλη), ενώ ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, πρωταγωνιστής στο «Με κομμένη την ανάσα» και τον «Τρελό Πιερό» επίσης του Γκοντάρ, έχει μείνει στην ιστορία ως το απόλυτο παλικάρι του Νέου Κύματος. Υπάρχει επίσης η περίπτωση του Λουί Μαλπου γύρισε το «Ασανσέρ για δολοφόνους» το 1958, την ίδια δηλαδή χρονιά που ο Κλοντ Σαμπρόλ γύρισε τον «Ωραίο Σέργιο». Μόνον όμως όταν εμφανίστηκε η διπλή επιτυχία των «400 χτυπημάτων» και του «Χιροσίμα, αγάπη μου» η οποία ακολουθήθηκε από το «Με κομμένη την ανάσα» του Ζαν Λυκ Γκοντάρ, κριτικοί και κοινό άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι κάτι ριζικά άλλαζε στον γαλλικό κινηματογράφο και ότι η Γαλλία γινόταν το κέντρο της κινηματογραφικής ανανέωσης. Η Γαλλία είχε γίνει αυτό που ήταν η Ιταλία την προηγούμενη δεκαετία. Μετά τον Μάη του 1968, τα παιδιά είχαν πια μεγαλώσει, η αθωότητα είχε χαθεί, οι δρόμοι είχαν χωρίσει. Στην περίπτωση των Γκοντάρ- Τρυφό μάλιστα υπήρξε μια μεγάλη, μυστηριώδης διαμάχη στην οποία ρίχνει φως το ντοκυμαντέρ «Les Deux de la vague» («Οι δύο του κύματος») του Εμανουέλ Λοράν το οποίο παρουσιάστηκε στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι εκπρόσωποι της Νouvelle Vague υποχώρησαν σε συμβάσεις ή ανακάλυψαν αυτό που στην πραγματικότητα ήταν. Οχι βέβαια ο Γκοντάρ, αλλά οι τελευταίες ταινίες του Τρυφό έμοιαζαν περισσότερο με εκείνες που ο ίδιος είχε απορρίψει νεότερος. Το Νέο Κύμα όμως άφησε πίσω του πλούσια κληρονομιά και κυρίως άσκησε τεράστια επιρροή στον παγκόσμιο κινηματογράφο, καθώς ψήγματά του δεν έχουν σταματήσει να εμφανίζονται σε αμερικανικές ταινίες, είτε εκείνης της εποχής περίπου («Μπόνι και Κλάιντ» τουΑρθουρ Πεν) είτε μεταγενέστερες («Ρulp fiction» τουΚουέντιν Ταραντίνο). Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=34&artid=291914&dt=04/10/2009#ixzz4NrKPXzSz

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Του Σκοταδιου το Φως



"Στην Αρχη τα
Παντα ηταν Φως"



Σημερα ειπα να μετρησω
το σκοταδι μου
το σκοταδι σου
το σκοταδι μας
ετσι οπως καψαλισανε την μερα
δεν της απομεινε ουτε δραμι φως
αλλα κι απο τη νυχτα δεν αφησανε
και τιποτα σπουδαιο
παει καιρος εξαλλου που εβλεπα
το φεγγαρι και καμαρωνα
τωρα βλεπω μια φετα λεμονιου
μια γυαλινη σφαιρα με ασημι κηλιδες
κατι νερουλο
Και...
τα μετρησα και βρηκα
το δικο σου πιο πηχτο
το δικο μου αξημερωτο
λιγο πριν το δει η μερα
κι ετσι πορευομασταν για καμποσο καιρο
κι ηταν τοτε που εσυ ολο μαυρα γυαλια φορουσες
κι εξω νταλα φως
κι ηταν τοτε που εγω εκλεινα τα στορια μερα μεσημερι
για να μην μπορεσει να με κοψει της πυρινης σφαιρας ο τροχος
Ειναι φαινεται αυτη η αντλια της ψυχης μου που
ολο δινει αφορμες και με εκθετει
κι εισαι κι εσυ
αγαλμα πενταστερο,τεχνης εργο
σε μερος σκιερο.
Και...
και εγω που μετρησα τις ιντσες
με τον πηχυ της καρδιας μου
εκανα ετσι..και αδραξα το φως
και σου στελνω τουτα τα φωτονια
τα σωματιδια φωτος
εξαλλου λιγες πυγολαμπιδες μεινανε εκει ψηλα
να φωτιζουν επιμονα τον ερμο ουρανο
με το στανιο
και ετσι ευχες δεν καναμε
ζουσαμε μοναχα το παρον
Και..
Και Μεσα?...πηχτρα σκοταδι,ερεβωδης ιστος
τενοντας φωτος κομμενος....
γι αυτο σου στελνω τουτες τις γραμμες
αυτες τις σκεψεις που
κοιτωντας τις απο ψηλα φανταζουνε ευθειες που δεν τελειωνουν πουθενα
γι αυτο στου στελνω αυτα τα κβαντα φως...

[moth-man].

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Αγριες Μελωδιες

Αδειασε το τασακι πηρε βαθια ανασα για να καταπνιξει την ταραχη του σηκωσε τα μανικια και...προχωρησε... η μουσικη επαιζε την 3η συμφωνια του Brahms F major allegro ειχε ορκιστει οτι δεν θα την ξανακουγε.. καθε φορα που την ακουγε..Αυτος ο ηχος δικαιωνε τα παθη του για ολα ηταν ικανος, το καθε τι το υπερβολικο, το καθε τι που εκανε αποκτουσε κι αλλο νοημα,τωρα ηταν ο Αλλος ενας απο τους Αλλους, το καθε τι απολυτα προσωπικο,ειχε ξεμακρυνει πολυ απο τους αλλους τελευταια,η τρελα του εβρισκε καταφυγιο καθως φωλιαζε στο σωμα του η μελωδια οι κινησεις του γινοταν πιο νευρικες και το σωμα του ερμηνευε την καθε νοτα και αποκρινοταν, το αιμα κυκλοφορουσε σαν χειμαρρος, στο μυαλο του ολα χυμα, ειχε βρει και την ονομασια για αυτο οταν το ενιωθε ελεγε οτι οι αδενες του εκρινουν λυρικα οξεα και συναισθηματικη αλκοολη,η τελεια περιγραφη, ακριβεια επιστημονα, περιστρεφοταν γυρω απο τον εαυτο του παντα αυτο εκανε γυρω απο τους 4 τοιχους της συνειδησης του αυτο το ηξερε και τον μεθουσε ηταν η σοφια του μα τωρα ηθελε να σπασει καθε τοιχο να γινει εξωσωματικος αποκοσμος ..και γινοταν ενα με τον καθε Αλλο ....θυμηθηκε εκεινη...ποτε του δεν την ειχε ξεχασει...κι οσο επαιρνε βαθιες ανασες τοσο οι αγριες μελωδιες ρουθουνιζαν, τοσο οι φοβοι του αγριευαν κι αυτος ετρεχε,ετρεχε να τους προφτασει να γινει ενα με αυτους, ξαναζουσε το καθε τι μαζι της, μαζι του...και στην τρεχαλα του λαχανιασμενος σκονταφτε, σε καθε περιστροφη του ξερναγε το σκοταδι που εκρυβε μεσα του και καθως η μελωδια κωπαζε, ο ρυθμος ξεσφιγγε, η τελευταια τρυπα της ζωνης,τωρα κουλουριαστηκε σαν νεογνο, λουσμενος στα δακρυα εκανε να σηκωθει, λυτρωμενος σακατης με τα τραυματα της σωτηριας του προχωρησε κουτσαινοντας εβαλε ενα ποτηρι κρασι να πιει ηπιε ολο το μπουκαλι και ευχαριστησε τον ιδιο που παλι τα καταφερε αυτη τη φορα με λιγοτερες απωλειες καθε φορα πληρωνε κι απο ενα αντιτιμο μεχρις οτου να ξεχρεωσει....το χρεος του το ηξερε καλα..μεχρις οτου να σπαταληθει να βαλει ολες τις λεπιδες σε ολους τους πορους του σωματος του...μεχρις οτου...να φθαρει να γινει ο Χρονος ο ιδιος...να χασει καθε ελπιδα και να φθασει στο υψος της γης...να μετρησει το βαθος του να το συγκρινει με αυτο της γης...να το κοιταξει στα ισια, να μην φοβηθει, να ζαλιστει...

[moth-man].

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Johannes Brahms


Ο Γιοχάνες Μπραμς (Johannes Brahms, 7 Μαΐου 1833 – 3 Απριλίου 1897) ήταν ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες κλασικής μουσικής του 19ου αιώνα. Η μουσική του συνδυάζει τη δραματική δύναμη και τη λυρική ένταση μαζί με μία ανακουφιστική ζεστασιά. Ο Μπραμς ήταν ριζοσπαστικός ως προς την αρμονική του τόλμη και την εκφραστική του δεινότητα, αλλά συντηρητικός στη χρήση των παραδοσιακών ή και αρχαϊκών ακόμη μουσικών δομών. Για να καταλάβουμε καλύτερα το χαρακτήρα και την τεχνική σύνθεσης του Μπραμς, μπορούμε να ανατρέξουμε στο δοκίμιο του Σαίμπεργκ:"Μπραμς, ο Προοδευτικός", στο οποίο αναιρείται η μέχρι τότε κρατούσα εικόνα του Μπραμς ως συντηρητικού και αναδεικνύεται η προοδευτικότητα της μουσικής του τουλάχιστον όσον αφορά στην οργάνωση των μουσικών φράσεων.

Βιογραφία
Γεννήθηκε στο Αμβούργο το 1833 από φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας του, κοντραμπασίστας στο επάγγελμα, διέκρινε από πολύ νωρίς το ταλέντο του και φρόντισε να λάβει την κατάλληλη μουσική παιδεία έγκαιρα. Όταν ο Μπραμς ήταν 20 χρονών, ο Σούμαν, που ήταν 23 χρόνια μεγαλύτερός του, μελέτησε ορισμένες απο τις συνθέσεις του και εξήγγειλε τη γέννηση μιας μεγαλοφυΐας. Υπάρχει η γενική πεποίθηση ότι ο Μπραμς και η σύζυγός του Ρόμπερτ Σούμαν, η πιανίστρια και συνθέτρια Κλάρα Βικ-Σούμαν, ήταν ερωτευμένοι, αλλά ότι η σχέση τους δεν ολοκληρώθηκε ίσως ποτέ, ούτε μετά το θάνατο του Σούμαν το 1856. Στη ζωή του Μπραμς έμελλε να υπάρξουν και άλλες αισθηματικές περιπέτειες, οι περισσότερες όμως από αυτές ήταν μονομερείς. Ο συνθέτης δεν παντρεύτηκε ποτέ.

Το 1855 άρχισε τις εμφανίσεις του ως πιανίστας. Κατέλαβε τη θέση του διευθυντή ορχήστρας στην πριγκηπική αυλή του Ντέτμολντ και το 1859 ίδρυσε και ανέλαβε τη διεύθυνση μιας γυναικείας χορωδίας στο Αμβούργο. Απογοητευμένος απο την αδυναμία του να διοριστεί διευθυντής της Φιλαρμονικής του Αμβούργου, ο Μπραμς εγκαταστάθηκε το 1863 στη Βιέννη όπου πέρασε την υπόλοιπή του ζωή. Δεν έγραψε ποτέ όπερα, αλλά συνέθεσε αριστουργήματα σε όλα σχεδόν τα υπόλοιπα μουσικά είδη: τέσσερις συμφωνίες, τέσσερα κοντσέρτα, δύο σερενάτες για ορχήστρα και δύο Εισαγωγές. Συνέθεσε επίσης το Γερμανικό Ρέκβιεμ (έντονα προσωπικού ύφους) και άλλα χορωδιακά έργα με συνοδεία και a capella, τραγούδια, μεγάλο όγκο έργων για μουσική δωματίου, τις παραλλαγές Χάυντν για ορχήστρα, τις παραλλαγές Χέντελ και Παγκανίνι για πιάνο, δεκάδες έργα για πιάνο (ήταν το αγαπημένο του όργανο), αλλά και έργα για εκκλησιαστικό όργανο. Πρέπει επίσης να μνημονεύσουμε τους ιδιαίτερα δημοφιλείς Ουγγρικούς Χορούς για τέσσερα χέρια, που γνώρισαν μετά τον Μπραμς πολλές ενορχηστρώσεις.

Ο Μπραμς αντιτάχθηκε στον ριζοσπαστισμό των πρωτοπόρων συνθετών Λιστ και Βάγκνερ και δέχτηκε επιθέσεις απο τους οπαδούς τους. Προτού φτάσει στο τέλος της ζωής του, μεγάλο μέρος αυτής της πολεμικής είχε καταλαγιάσει. Μουσικοί και ακροατές είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν ότι μπορεί κανείς να αγαπά τη μουσική που γεννήθηκε και στα δύο αντιμαχόμενα ιδεολογικά στρατόπεδα.

Ο Μπραμς πέθανε απο κίρρωση του ήπατος στη Βιέννη, στις 3 Απριλίου 1897. Στην κηδεία του παρέστησαν χιλιάδες θαυμαστές του απ’ όλη την Ευρώπη και οι σημαίες κυμάτισαν μεσίστιες σε όλα τα πλεούμενα στο λιμάνι του Αμβούργου.

http://www.youtube.com/watch?v=1trE3ms3AGo

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Morphine


Morphine
The Best Of Morphine

Label Rykodisc / Hitch Hyke (3/2003)
Είδος Pop, Rock
Κείμενο Μάνος Μπούρας


Οι Morphine, αν διατηρούν μια θέση στα βιβλία με τις εξέχουσες περιπτώσεις στην ιστορία της ροκ μουσικής, είναι επειδή, πέρα από την ούτως ή άλλως καταπληκτική τους μουσική, ο ηγέτης τους Mark Sandman πέθανε επάνω στη σκηνή κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας (πρόσφατα είχαμε γράψει για μια ακόμη ανάλογη περίπτωση, αυτή του Al Brooker των Gwei-lo, καμιά τους όμως δεν φτάνει την ατυχία του Les Harvey των Stone The Crows που πέθανε από ηλεκτροπληξία στη σκηνή από ένα γυμνό καλώδιο). Το γεγονός αυτό διέκοψε πρόωρα μια καριέρα που, αν και δεν τροφοδοτούσε αδιάκοπα τα charts με επιτυχίες για όλα τα γούστα και τις ηλικίες, μας προσέφερε καταπληκτικές μουσικές που έφεραν ανεξίτηλη επάνω τους τη στάμπα της μπάντας.

Το ενδιαφέρον με τους Morphine ήταν το στήσιμό τους σαν σύνθεση: Mark Sandman φωνητικά, δίχορδο (!) μπάσο, λίγες κιθάρες και πλήκτρα και αποκλειστικός συνθέτης των τραγουδιών τους, Dana Colley σε παντός είδους σαξόφωνα, και Billy Conway ντραμς. Και επάνω που με τον κάθε τους νέο δίσκο θεωρούσαμε ότι είχαν φτάσει στα όριά τους κι ότι δεν υπήρχε κάτι καινούργιο να κάνουν, ότι δεν υπήρχε διαφορετικός δρόμος από εκείνον της επανάληψης, το γκρουπ μας ξάφνιαζε και μας εντυπωσίαζε με την συνθετική και εκτελεστική ευστροφία του.

Μουσικά κινούνταν σ' έναν ακαθόριστο ηχητικά χώρο που δανειζόταν στοιχεία από τα blues, τη jazz, τη ροκ κι οτιδήποτε βρισκόταν ανάμεσα σ' όλα τα παραπάνω. Όπως προείπαμε, οι Morphine ήταν οι Morphine, δύσκολα θα βρεθεί κάποιος που να ακολουθήσει τα βήματά τους. Κι αυτό κάνει ακόμη τραγικότερο το ότι έπρεπε να τους χάσουμε έτσι άδοξα.

Πέντε άλμπουμ κατάφεραν να ηχογραφήσουν στην πορεία τους που κράτησε λιγότερο από μια δεκαετία: "Cure For Pain" ('93), "Good" ('93), "Yes" ('95), "Like Swimming" ('97) και "The Night" το 2000, οπότε και ο Sandman μας είχε ήδη αφήσει… Τα παραθέτουμε γιατί δεν θα ήταν καθόλου άσχημη ιδέα να τα αναζητούσατε, πρόκειται για πραγματικά διαμάντια απ' τα οποία δεν θα ξεχωρίζαμε κανένα έναντι κάποιου άλλου. Τη δισκογραφία τους συμπληρώνουν τα "B-Sides And Otherwise" ('97), συλλογή με σκόρπια κομμάτια από δεύτερες πλευρές και λοιπές πηγές και το ζωντανά ηχογραφημένο "Official Bootleg Detroit", το οποίο παραδόξως δεν αναφέρεται καν στο booklet τούτης της συλλογής.

Για να έρθουμε στο ψητό: πιο απαράδεκτο booklet συλλογής δεν πρέπει να έχει γίνει από καταβολής κατασκευής συλλογών! Εκτός του ότι δεν έκαναν τον κόπο να βρουν έναν τίτλο για τη συλλογή (θα μου πείτε δεν τρέχει και τίποτα, αλλά είναι ενδεικτικό της νοοτροπίας τους), δεν υπάρχει κανένα κείμενο, καμία πληροφορία για το ποιοι ήταν τέλος πάντως αυτοί οι Morphine και τι ήταν αυτό που τους έκανε τόσο ξεχωριστούς. Έξι εξώφυλλα δίσκων και μια live φωτογραφία είναι όλα όσα συνοδεύουν τα credits. Ένας νεόκοπος ακροατής δεν μπορεί καν να μάθει γιατί αυτό το γκρουπ δεν συνεχίζει σήμερα! Κάτι μου λέει ότι αυτή η συλλογή δεν έγινε καν με τη συγκατάθεση των υπολοίπων μελών του συγκροτήματος γιατί, τι διάολο, θα είχαν πολλές ιστορίες να πουν για τις ημέρες τους στους Morphine!

Τέλος πάντων, πέρα από αυτά, το cd είναι μια ιδανική εισαγωγή στη δισκογραφία τους. Περιέχει όλα τα γνωστά τους κομμάτια ("Honey White", "Super Sex") μαζί με άλλα λιγότερο γνωστά, τρία ακυκλοφόρητα κι ένα κλιπ για τον υπολογιστή. Ανακεφαλαιώνει έτσι το έργο μιας τριάδας μουσικών που πίστεψαν ότι τελικά γίνεται και με το παραπάνω να ακούγεσαι όπως κανείς άλλος γύρω σου και να βρίσκεσαι και στην κορυφή αυτού που κάνεις. Οι Morphine μπόλιασαν με πάθος τις μουσικές τους επιρροές με τις συναισθηματικές τους αδυναμίες και το αποτέλεσμα ήταν αποσβολωτικό.

Τσεκάρετέ το -αν δεν το έχετε κάνει ήδη- ή ξαναφέρτε το στη μνήμη σας και ανασύρετε εικόνες που θα σας γεμίσουν ευφορία.

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

Ενα Βιβλιο τον Μηνα για την Μινα

Μάλκολμ Λόουρι (1909-1957)

[No se puede vivir sin amar]




Ευτυχώς, για κάμποσους εραστές της Νύχτας, της Απερισκεψίας και της Περιπέτειας (ναι, υπάρχουν ακόμα τέτοιοι), δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που ανανεώνουν, με τρόπους απροσδόκητους, την παράδοση του Καταραμένου Καλλιτέχνη, του άσωτου μνηστήρα της λογοτεχνίας, την οποία φροντίζει ωστόσο να απατά πού και πού με τις διάφορες σκανδαλώδεις ή και ευφρόσυνες ποικιλίες της κραιπάλης. Τέτοιοι συγγραφείς επιμένουν στην κατάργηση των ορίων ανάμεσα στην τέχνη και στη ζωή, φροντίζοντας πριν απ’ όλα να είναι ταλαντούχοι και ως προς τη μία και ως προς την άλλη. Τέτοιοι συγγραφείς πάντα έχουν κάτι να πουν, πάντα ξέρουν να πουν αυτό που κάνουν και να κάνουν αυτό που λένε, αποστομώνοντας (άλλοτε τρυφερά και άλλοτε βιαίως) τόσο τους θιασώτες μιας «καθαρής» λογοτεχνίας όσο και τους ζηλόφθονους κήρυκες μιας «καθαρής» ζωής – είναι πια γνωστό ότι οι μεν δεν ξέρουν να ζήσουν και γι’ αυτό δεν ξέρουν να γράψουν, ενώ οι δε δεν ξέρουν να γράψουν και γι’ αυτό καμώνονται ότι ξέρουν να ζήσουν.
Ο Μάλκολμ Λόουρι μπορεί να διεκδικήσει, απ’ όπου κι αν βρίσκεται, μιαν εξέχουσα θέση στο πάνθεον των όμορφων και καταραμένων, πλάι στον Ντοστογιέφσκι, πλάι στον Χένρι Μίλλερ, πλάι στον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Τα διαπιστευτήριά του είναι ένα μυθιστόρημα, που θεωρείται πια από τα σημαντικότερα του 20ού αιώνα, και μια ζωή που θα τη ζήλευε κάθε φανατικός των έως υπερβολής απολαύσεων και της δημιουργικότητας που υπόσχεται, όχι δίχως κινδύνους, όχι δίχως τιμήματα, η ανεξέλεγκτη κατανάλωση οινοπνεύματος και η ανυποχώρητη πίστη στη τέχνη του λόγου, στην διεισδυτική και λυτρωτική δύναμη του πνεύματος.
Αλλά ας ρίξουμε μια ματιά στα διαπιστευτήρια αυτά. Ο Κλάρενς Μάλκολμ Λόουρι γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου του 1909. Στην εφηβεία του θα γράφει ποιήματα και διηγήματα. Επίσης, θα παίζει το αγαπημένο του γιουκαλίλι – που δεν το αποχωρίστηκε ποτέ – και θα συμμετάσχει σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις. Στα δεκαεφτά του, ανοίγεται στο Υγρό Στοιχείο, που θα είναι κυρίαρχο σε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Μπαρκάρει για την Άπω Ανατολή και μένει στον ωκεανό πάνω από έξι μήνες. Θα καταγράφει σε σημειωματάρια τις εμπειρίες του, και αργότερα θα επεξεργαστεί αυτό το υλικό για να συνθέσει το πρώτο μου μυθιστόρημα, το Ουλτραμαρίν. Πριν στείλει στον εκδότη το έργο αυτό, θα χάσει τα δακτυλόγραφα, κάτι που έμελλε να συμβεί δυστυχώς και άλλες φορές, και θα αναγκαστεί να το γράψει όλο από την αρχή έχοντας σαν πυξίδα τις σημειώσεις του και κάποιες σκόρπιες σελίδες που βρήκε και ανέσυρε από τα σκουπίδια ένας φίλος του. Το βιβλίο κυκλοφόρησε, τελικώς, το 1933. Καμία επιτυχία δεν συνόδευσε την έκδοσή του.
Θα ακολουθήσει ένας γάμος, με την εξωτική καλλονή Jan Gabrial, στο Παρίσι. Μετά, ένα μεγάλο ταξίδι στην Ισπανία. Δεν θ’ αργήσουν τα συνήθη παράπονα: ο άντρας μου πίνει, δεν εργάζεται, δεν κερδίζει χρήματα, όλα τα γνωστά ρεφραίν. Πριν περάσουν πέντε μήνες από την γαμήλια τελετή, η Jan θα φύγει για τη Νέα Υόρκη. Ο Λόουρι θα την ακολουθήσει ύστερα από λίγο. Μεθυσμένος. Στο τελωνείο τον ρώτησαν τι έχει να δηλώσει. Απάντησε: «Ιδέα δεν έχω, για να δούμε». Και αυτό που είδαν δεν ήταν παρά ένα μισοδιαλυμένο αντίτυπο του Μόμπι Ντικ.
Το 1936, Λόουρι θα πάει στο Χόλιγουντ και θα εργαστεί, για λίγο, ως σεναριογράφος. Είναι σημαδιακό ότι ετοίμασε ένα σενάριο βασισμένο στο μυθιστόρημα Τρυφερή είναι η νύχτα του Φιτζέραλντ. Το σενάριο δεν εγκρίθηκε, και ο Λόουρι θα εγκαταλείψει το Λος Άντζελες – ήδη ένας μανιακός της κινητικότητας. Επόμενος προορισμός, ίσως ο πιο κρίσιμος στη ζωή του όλη, το Μεξικό. Επίσης, σημαδιακό: θα φτάσει εκεί, μαζί με την Jan, την 1η Νοεμβρίου, την Ημέρα των Νεκρών, μια μακάβρια γιορτή. Στο Κάτω από το Ηφαίστειο, τα πάντα διαδραματίζονται την Ημέρα των Νεκρών, την 1η Νοεμβρίου του 1939.
Στο Μεξικό, ο Λόουρι θα προσηλωθεί στην συγγραφή. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες δύο φίλων του, του Conrad Aiken και του Arthur Calder-Marshall, που τον επισκέφθηκαν εκεί, είχε ολοκληρώσει την πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος Κάτω από το Ηφαίστειο. Τα χειρόγραφα αυτά, όπως και τόσα άλλα γραπτά του Λόουρι, έχουν χαθεί.
Θα χαθεί και η Jan. Θα τον εγκαταλείψει. Και αρχίζει έτσι ο μαραθώνιος της μέθης. Όπως επισημαίνουν οι βιογράφοι του, ο Λόουρι θα ζει πια μονάχα για δύο δραστηριότητες: για να πίνει και για να γράφει. Μια φίλη του θα πει ειρωνικά: «Να πιει κανείς ή να μην πιει; Ιδού η απορία, για τον Μάλκολμ, κάθε στιγμή». Ο ίδιος, σε μιαν επιστολή του, ομολογεί: «Τον τελευταίο χρόνο, πίνω κατά μέσον όρο δυόμισι με τρία λίτρα κρασί καθημερινώς, χωρίς να υπολογίσουμε τα επιπλέον δυνατά ποτά στα μπαρ. Τους δύο τελευταίους μήνες, πίνω δύο λίτρα ρούμι την ημέρα. Ακόμη κι αν αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να με ξεκάνει ολωσδιόλου, δεν είμαι σε θέση να κινηθώ ή να σκεφτώ δίχως να έχω πιει φοβερές ποσότητες αλκοόλ, η απουσία του οποίου, έστω και για λίγες ώρες, μου φαίνεται αβάσταχτο μαρτύριο».
Η Margerie Bonner, πρώην ηθοποιός, σεναριογράφος και συγγραφεας μυθιστορημάτων μυστηρίου και τρόμου, θα είναι η επόμενη σύζυγος του Λόουρι. Αυτή η γυναίκα συνέβαλε όσο κανείς άλλος ση σύνθεση και ολοκλήρωση του opus magnum του συγγραφέα, του Κάτω από το Ηφαίστειο.
Εγκατεστημένος τώρα στη Βρετανική Κολομβία, ο Λόουρι θα εργαστεί συστηματικά και, με τη βοήθεια της Margerie, θα δώσει μιαν οριστική μορφή στο μυθιστόρημά του. Η συνολική προετοιμασία αυτού του αριστουργήματος (που πλεόν οι κριτικοί έχουν κατατάξει δικαίως ανάμεσα στα δέκα σημαντικότερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα), θα έχει διαρκέσει εννέα χρόνια. Ο Λόουρι πάλεψε με σθένος μέσα στον αδηφάγο και συγκλονιστικό λαβύριθνο της Γλώσσας, και βγήκε νικητής. Βέβαια, το πλούσιο αυτό βιβλίο είχε αρχικώς την τύχη πολλών ομοίων του (ας μην ξεχνάμε πώς φέρθηκε ο Ζιντ στον Προυστ): απορρίφθηκε από δεκατρείς εκδότες! Ο διορατικός, και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, Jonathan Cape ανέλαβε να γνωστοποιήσει στο κοινό την ύπαρξη αυτής της πολυσχιδούς, θυελλώδους, τραγικής, ευαίσθητης και πληθωρικής μορφής, του Πρόξενου Τζόφρεϊ Φέρμιν, του El Cόnsul.
Ο Φίλιππος Δρακονταειδής, προλογίζοντας την ελληνική έκδοση του Ηφαίστειου (μτφρ. Μαρίνα Λώμη, εκδ. Αστάρτη, 1983) θα γράψει: «Στο βιβλίο του τίποτα δεν γίνεται με την έννοια της διαδοχης, από σελίδα σε σελίδα, σημαντικών γεγονότων. Δεν υπάρχουν ρόλοι, χαρακτήρες. Τα πάντα στηρίζονται σ’ έναν πρωταγωνιστή (τον Τζόφρεϊ Φέρμιν), όλα γίνονται μέσα στον πρωταγωνιστή, οι ανταύγειες των εσωτερικών συγκρούσεων και των γεγονότων που είναι αφορμές κι αποτελέσματά τους, διακρίνονται τρομακτικές από τον αναγνώστη. Η μονομανία εδώ είναι η εγκεφαλικότητα, μια ψυχρή αργοκίνητη μάζα, που παγώνει τα πράγματα σε διαδοχικές φωτογραφίες».
Ο Κωστής Παπαγιώργης, συνοψίζοντας εύστοχα τις τετρακόσιες σελίδες του Ηφαίστειου (Περί Μέθης, εκδ. Καστανιώτης), θα γράψει: «Πρώην πρόξενος στο Μεξικό, αλλά στην ουσία έκπτωτος πολίτης του κόσμου, ο Τζόφρεϊ Φέρμιν έχει μεταναστεύσει στην πολιτεία Κουαουναουάκ μαζί με τις πληγές του, όχι φυσικά για να τις γιατρέψει, αλλά – μακριά από οχληρούς θεραπευτές – να τις αφήσει να θυμώσουν. Στα πάντα είναι Πρώην. Πρώην πρόξενος, πρώην μέλος του ναυτικού της Αυτής Μεγαλειότητος, πρώην μέλος του προξενικού σώματος της Αυτής Μεγαλειότητος, πρώην φίλος, πρώην εραστής, πρώην φιλόδοξος, πρώην φυσιολογικός άνθρωπος και νυν μεθύστακας. Αλλά αυτό το νυν, που αποτελεί μιαν χορταστική αποτυχία όσο κι έναν επιθανάτιο ρόγχο, ξέρει να το τιμάει. Δεν πίνει απλώς. Έχει ταυτιστεί με τον μεθυσμένο εαυτό του».
Ο ίδιος ο Λόουρι, στη σελίδα 298, μια από τις ωραιότερες του βιβλίου, θα μιλήσει σπαρακτικά γα τον Τζόφρεϊ Φέρμιν: «Ο Πρόξενος έμεινε καθισμένος χωρίς να κινείται. Η συνείδησή του ήταν σαν μουδιασμένη απ’ η βοή του νερού. Πάφλαζε και βογκούσε γύρω από το ξύλινο σπίτι, σπρωγμένο απ’ τις ριπές του ανέμου, μαζεύοντας μέσα από τα βαριά σύννεφα που φαίνοντα απ’ το παράθυρο πάνω από τα δέντρα, τα στρατεύματά του. Πώς να ελπίζει πως θα ξαναβρεί τον εαυτό του, πως θ’ αρχίσει πάλι από την αρχή όταν κάπου, ίσως μέσα σε μιαν απ’ αυτές τις σπασμένες μποτίλιες, σ’ ένα απ’ αυτά τα ποτήρια, βρισκόταν κρυμμένο για πάντα, το μοναχικό κλειδί της ταυτότητάς του; Πώς να γυρίσει και να ψάξει τώρα, να σκάψει κάτω απ’ τα σπασμένα γυαλιά, κάτω απ’ τα αιώνια μπαρ, κάτω από τους ωκεανούς;»
Ο Ραούλ Βανεγκέμ, στην περίφημη Πραγματεία του (μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Άκμων) θα γράψει ότι το μίνιμουμ πρόγραμμα της ζωής είναι το ανοξείδωτο αξίωμα του Πρόξενου: «No se puede vivir sin amar» (Δεν ζεις χωρίς αγάπη).
Ο Γκυ Ντεμπόρ, συμφωνα με την μαρτυρία του Roberto Ohrt (Phantom Avantgarde, εκδ. Nautilus) θεωρούσε σημαντικότατο συγγραφέα τον Λόουρι, και το Ηφαίστειο ήταν ένα από τα αγαπημένα του αναγνώσματα.
Ο Ραλφ Ράμνεϊ εξακολουθεί να περηφανεύεται για το παρατσούκλι Le Consul, ο Πρόξενος, που του είχαν χαρίσει οι φίλοι του, οι λετριστές, στην Αριστερή Όχθη της δεκαετίας του πενήντα (Ralph Rumney, Le Consul, εκδ. Allia).
Ο άνθρωπος που ενέπνευσε όλους αυτούς, και τόσους ακόμη (όποιος αμφιβάλλει, ας ρίξει μια ματιά στο Διαδίκτυο), ύστερα από κάμποσες περιπλανήσεις στην Ευρώπη, ύστερα από εγκλεισμούς σε ψυχιατρεία, ύστερα από αφόρητες κρίσεις κατάθλιψης, ύστερα από την συγγραφή εκατοντάδων εμπρηστικών σελίδων καθημαγμένου λυρισμού, ύστερα από πολλές ιδιωτικές περιπέτειες που δεν θα μάθουμε ποτέ, θα βρεθεί νεκρός από ασφυξία, στις 27 Ιουνίου του 1957, σε μια μικρή αγροικία στο Σάσσεξ. Άλλοι λένε ότι αυτοκτόνησε, άλλοι λένε ότι ο θάνατός του προήλθε από τυχαία. αίτια. Ο Douglas Day έγραψε τη θαυμάσια και βραβευμένη βιογραφία του (Malcolm Lowry, εκδ Oxford Univesrity Press, 1973). Άλλοι δεν νοιάζονται καθόλου, δεν ξέρουν καν ποιος ήταν ο Πρόξενος, αγνοούν αν υπήρξε κάποιος που έζησε κι έγραψε και τον έλεγαν Κλάρενς Μάλκολμ Λόουρι.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

SYLVIA PLATH



«Κατά βάθος είμαι άντρας. Επιθυμώ πράγματα που στο τέλος θα με καταστρέψουν»
Σίλβια Πλαθ
Η Σίλβια Πλαθ γεννήθηκε στη Βοστώνη το 1932 από πατέρα εξόριστο γερμανό ναζιστή και μητέρα εβραϊκής καταγωγής. Μεγαλώνει σε μεσοαστικό περιβάλλον και εκδίδει το πρώτο της ποίημα στην άγουρη ηλικία των οκτώ ετών, όταν άλλα κοριτσάκια μαθαίνουν να φτιάχνουν φιόγκους. Εκείνη την περίοδο πεθαίνει ο πατέρας της. Ισως λόγω της κυριαρχικής μητέρας της η Σίλβια ακολουθεί την παιδιάστικη εμμονή της υποδειγματικής κόρης συλλέγοντας «άριστα» και βραβεία. Φοιτεί στο Smith College και το καλοκαίρι του τρίτου της έτους («το παράξενο και αποπνικτικό καλοκαίρι που οι Ρόζενμπεργκ πέθαναν στην ηλεκτρική καρέκλα») επισκέπτεται τη Νέα Υόρκη έχοντας κερδίσει στον διαγωνισμό του περιοδικού «Mademoiselle». Επιστρέφοντας, μια απόρριψη από το Harvard μαζί με μια υπερβάλλουσα ευαισθησία την οδηγούν στην πρώτη της απόπειρα αυτοκτονίας. Η θεραπεία της εποχής περιλαμβάνει απανωτά ηλεκτροσόκ, ωστόσο θα «αναρρώσει» για να επιστρέψει δριμύτερη και να αποφοιτήσει summa cum laude από το Smith College. Περιπέτεια την οποία αργότερα περιγράφει στην αυτοβιογραφική νουβέλα της «Γυάλινος κώδων» ­ πρωτοδημοσιεύεται (με ψευδώνυμο για να μη διαβαστεί από τη μητέρα της) μόλις ένα μήνα πριν από τον θάνατό της.
Το 1955 φοιτεί στο Κέιμπριτζ, όπου γνωρίζει τον βρετανό ποιητή Τεντ Χιουζ. «Οταν μου φίλησε τον λαιμό, τον δάγκωσα για ώρα και με δύναμη στο μάγουλο και όταν βγήκαμε από το δωμάτιο αίμα έτρεχε στο πρόσωπό του» έγραψε σχετικά... Πώς να μιλήσεις για τη Σίλβια Πλαθ απαλείφοντας τον Τεντ Χιουζ ­ «τον μοναδικό άντρα που συνάντησα εδώ που αξίζει να τον ανταγωνιστώ και να είμαι ίση του»; Οι αντιστοιχίες της γραφής τους φωνάζουν και για το είδος της σχέσης τους... Σύντομα παντρεύονται, ζουν στη Βρετανία και μετά στη Βοστώνη, όπου η Πλαθ παρακολουθεί σεμινάρια ποίησης από τον Ρόμπερτ Λόουελ. Η «εξομολογητική» ποίηση του Λόουελ καθιερώνεται εκείνη την εποχή και σαφώς την επηρεάζει. (Το 1959 δημοσιεύεται η συλλογή του Λόουελ «Life Studies».) Ο Χιουζ και η συμβία του διδάσκουν στα κολέγια Amherst και Smith αντιστοίχως αλλά αποφασίζουν να επιστρέψουν στο Λονδίνο για να αφοσιωθούν στην κλίση τους. Το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί σχεδόν παράλληλα με την κυκλοφορία της πρώτης ποιητικής συλλογής της Πλαθ «The Colossus». Ακριβή και καλοδουλεμένα, τα ποιήματα αυτά ωστόσο δίνουν μόνο κάποιες νύξεις όσων θα έγραφε στις αρχές του 1961.
Είναι δύσκολο για την Πλαθ να αγνοήσει τις δυσκολίες της οικογενειακής ζωής ­ η ανεξαρτησία είναι το αντίθετο του γάμου και η μητρότητα σαρώνει την ήδη ασταθή ισορροπία της. Οπως τίποτε δεν είναι απλό με την περίπτωσή της, η υποκειμενικότητα χορεύει με το αλλόκοτο και όλες οι αποδείξεις είναι εκεί: η ιδιοφυΐα είναι κατάρα, όχι χάρισμα. Στα 30 της έχει δύο παιδιά μα μόνο ένα βιβλίο δημοσιευμένο. Το 1962 το σπίτι τους διαλύεται, ο Χιουζ την εγκαταλείπει για μια άλλη και εκείνη επιστρέφει στο Λονδίνο. Ο χειμώνας αυτός είναι από τους πιο δριμείς στην ιστορία, η απουσία του συζύγου - δεσμοφύλακα - επιμελητή τής φέρνει πιο έντονα στον νου τον θαυμαστό - μισητό γερμανό πατέρα που δεν έζησε («Μπαμπά, έπρεπε να σε σκοτώσω / πέθανες πριν προλάβω»). Γράφει το ξημέρωμα όταν τα παιδιά (Φρίντα και Νίκολας) κοιμούνται. Πάντως όσο πιο βαθιά χώνεται στην αυτοκαταστροφή τόσο η καθαρότητα των στίχων της λάμπει ­ παράδοξο εξίσου συχνό στους ρομαντικούς ποιητές. Στην περίπτωση της Πλαθ γίνεται ασφυκτική πραγματικότητα: ένα πρωινό του Φεβρουαρίου του 1963 φτιάχνει πρόγευμα για τα μικρά, το βάζει στον δίσκο. Υστερα χώνει το κεφάλι της στον φούρνο και αυτοκτονεί.
Ας βάλλουν οι φεμινίστριες εναντίον του Τεντ Χιουζ: «Ο πιο σκοτεινός σύντροφος μετά την πιθανή εξαίρεση της Ξανθίππης», εκείνος που κατέπνιξε τον αληθινό δημιουργικό εαυτό της। Εμείς θα τη θυμόμαστε να γελάει με όλα της τα δόντια και μαγιό στο εξώφυλλο του «Johnny Panic and the Bible of Dreams». 'Η να κοιτά ψηλά κρατώντας τρυφερά το χέρι του δυνάστη - λυτρωτή της. Αλλωστε αν δεν είχε τον πατέρα, τη μάνα και τον έρωτα που είχε η Πλαθ, θα ήταν κάποια άλλη. Οντως ο poet laureate της βασιλικής αυλής ­ ως ελεγκτής της λογοτεχνικής της κληρονομιάς ­ θα δημοσιεύσει επιλεκτικά τις συλλογές («Ariel», «The Collected poems») και θα πετσοκόψει τα ημερολόγιά της ­ επίσης η επόμενη γυναίκα του θα δώσει τέρμα στη ζωή της με τον ίδιο τρόπο. Οσο για τον ίδιο, επί 35 χρόνια θα κρατήσει τη σιωπή του. Και μόλις προτού πεθάνει το 1998 (σαρώνοντας ακόμη λογοτεχνικά βραβεία) θα εκδώσει το πιο προσωπικό βιβλίο του, τις «Γενέθλιες επιστολές». Το κύκνειο άσμα του γρήγορα θα εξελιχθεί στο μεγαλύτερο ποιητικό best seller. Οπως έγραψε ο Πίτερ Φορμπς, αρχισυντάκτης του «Poetry Review», «ο κόσμος προτιμά οι μεγάλοι ποιητές του να είναι νεκροί, ζωντανούς δεν ξέρει τι να τους κάνει».


Η ΛΑΙΔΗ ΛΑΖΑΡΟΣ
Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη


Το έκανα ξανά.
Κάθε δέκα χρόνια μια φορά
Το καταφέρνω -

Κάτι σαν περιφερόμενο θαύμα, το δέρμα μου
Φωτεινό όπως αμπαζούρ των ναζί,
Το δεξί μου πόδι

Ένα πρες παπιέ,
Το πρόσωπό μου άμορφο, λεπτό
Εβραϊκό λινό.

Ξετύλιξε τη γάζα
ω εχθρέ μου.
Προξενώ τον τρόμο; -

Η μύτη, οι κόγχες των ματιών, η πλήρης σειρά των δοντιών;
Η στυφή αναπνοή
Σε μια μέρα θα χαθεί.

Γρήγορα, γρήγορα η σάρκα
Η φαγωμένη από του τάφου τη σπηλιά
Θα είναι πάνω μου μια χαρά

Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα.
Είμαι μονάχα τριάντα χρονών.
Κι όπως η γάτα έχω να πεθάνω εννιά φορές.

Αυτή είναι η νούμερο «Τρία».
Τι ανοησία
Να εκμηδενίζεις κάθε δεκαετία.

Πόσα εκατομμύρια κλωστές.
Το πλήθος μασουλώντας φιστίκια
Στριμώχνεται να τους δει

Να με ξετυλίγουν χέρια πόδια -
Το μεγάλο στριπτίζ
Κυρίες και κύριοι

Ιδού τα χέρια μου
Ιδού τα γόνατά μου.
Μπορεί να είμαι κόκαλο και πετσί,

Κι όμως είμαι η ίδια κι απαράλλαχτη γυναίκα.
Την πρώτη φορά που συνέβη ήμουν στα δέκα
Ήταν ατύχημα.

Τη δεύτερη φορά είχα σκοπό
Να κρατήσει και να μην γυρίσω πίσω.
Λικνιζόμουν κλειστή

Καθώς κοχύλι.
Έπρεπε να με φωνάξουν και να με ξαναφωνάξουν
Και να μαζέψουν από πάνω μου τα σκουλήκια σαν
λιπαρά μαργαριτάρια.

Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη, όπως κάθε τι.
Το κάνω εξαιρετικά καλά.

Το κάνω έτσι που να μοιάζει κόλαση.
Το κάνω έτσι που να μοιάζει αληθινό.
Μπορείτε να πείτε πως διαθέτω κλίση σ αυτό.

Είναι αρκετά εύκολο να το κάνω σ ένα κελί.
Είναι αρκετά εύκολο να το κάνω και να μείνω εκεί.
Είναι η θεατρική

Επιστροφή μέρα μεσημέρι
Στα ίδια μέρη, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια βάρβαρη
Εύθυμη κραυγή:

«Θαύμα»
Που μου δίνει τη χαριστική βολή.
Υπάρχει επιβάρυνση

Για να κοιτάξετε τις ουλές μου, υπάρχει επιβάρυνση
Για ν ακούσετε την καρδιά μου
-πράγματι χτυπάει.

Και υπάρχει επιβάρυνση, πολύ μεγάλη επιβάρυνση
Για μια λέξη ή ένα άγγιγμα
Ή για λίγο αίμα,

Η ένα κομμάτι απ τα μαλλιά μου ή τα ρούχα μου.
Λοιπόν, λοιπόν, χερ Ντόκτορ.
Λοιπόν, χερ εχθρέ.

Είμαι το έργο σου,
Είμαι το τιμαλφές σου,
Ένα μωρό σκέτο χρυσάφι

Που αναλύεται σε μια στριγκλιά.
Στριφογυρίζω και παίρνω φωτιά.
Μη νομίζεις πως υποτιμώ το μέγα ενδιαφέρον σου.

Στάχτη στάχτη -
Σκαλίζεις κι αναδεύεις.
Σάρκα, κόκαλα, τίποτε δεν υπάρχει εκεί -

Μια πλάκα σαπούνι,
Μια βέρα,
Ένα σφράγισμα χρυσό.

Χερ Ύψιστε, χερ Εωσφόρε
Πρόσεξε
Πρόσεξε.

Από τη στάχτη βγαίνω
Με πορφυρά μαλλιά
Τ αντράκια τα μασάω
Τα κάνω μια χαψιά